Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Ευγενία Β. Πρεβεδούρου

Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου : δικαστικός έλεγχος των πράξεων επιλογής Ευρωπαίων Εισαγγελέων (ΣτΕ 160/2026)

Σύνθεση Δημοσίου Δικαίου : δικαστικός έλεγχος των πράξεων επιλογής Ευρωπαίων Εισαγγελέων (ΣτΕ 160/2026)

Στο σημερινό μάθημα της Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου θα αναλυθεί η διαδικασία επιλογής μελών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με την παρουσίαση της απόφασης του Γ΄Τμήματος ΣτΕ 160/2026. Εκτός από τα ζητήματα που αφορούν τη νομική φύση και τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η απόφαση ΣτΕ 160/2026 παρέχει τη δυνατότητα επανάληψης του ζητήματος των διοικητικής φύσης πράξεων των οργάνων της δικαστικής εξουσίας ( όπως είναι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης)και του ελέγχου αυτών. Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι σχετικές πράξεις εντάσσονται στο πρώτο στάδιο “σύνθετης διοικητικής ενέργειας”, που διαδραματίζεται σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η τελική πράξη της σύνθετης αυτής ενέργειας είναι, πάντως, πράξη των οργάνων της Ένωσης, οπότε υπάγεται στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης. Σημειώνεται ότι η νομική φύση και το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελέας αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης με την ευκαιρία αγωγής κακοδικίας που ασκήθηκε κατά Ευρωπαίου Εντεταλμένου Εισαγγελέα. Η αγωγή κατέληξε στην απόφαση 11/2025 του Ειδικού Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας, με την οποία υποβλήθηκαν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, ειδικά ως προς τη συμβατότητα της αγωγής κακοδικίας με το ενωσιακό δίκαιο που ρυθμίζει τα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας [βλ. διεξοδικά, Κωνσταντίνα-Αντιγόνη Παύλου, Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και οι προκλήσεις για το ελληνικό Σύνταγμα: η περίπτωση της αγωγής κακοδικίας του άρθρου 99, παρ. 1, του Συντάγματος, nomarchia.gr,| Νοέ 21, 2025 και _της ίδι_ας, Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και οι προκλήσεις για το ελληνικό Σύνταγμα: η (α)συμβατότητα των άρθρων 62 και 86 του Συντάγματος με το ενωσιακό δίκαιο, nomarchia.gr,| Μαρ 13, 2026].

ΣτΕ 160/2026

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ Γ΄)

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Δημήτριος Μακρής, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασίλειος Ανδρουλάκης, Ελένη Γεωργούτσου, Σύμβουλοι, Ελευθέριος Μελισσαρίδης, Βασίλειος Γκέρτσος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Νικόλαος Βασιλόπουλος.

Για να δικάσει την από 20 Μαρτίου 2023 αίτηση:

του ΔΣ,

κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος παρέστη με τη Σπυριδούλα Θωμοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς της.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 252/20.12.2022 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Βασιλείου Γκέρτσου.

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί παράβολο εκατόν πενήντα τεσσάρων (154) ευρώ …. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 36 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αρχικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147) και εν συνεχεία τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως απαιτείται καταβολή παραβόλου εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Συνεπώς, το υπερβάλλον ποσό παραβόλου ύψους τεσσάρων (4) ευρώ πρέπει να επιστραφεί στον αιτούντα ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (ΣτΕ 1296/2023, 789/2023, 2522, 628, 151/2022).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ο αιτών, δικαστικός λειτουργός στον βαθμό του Εφέτη, ζητεί την ακύρωση της 252/20.12.2022 απόφασης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (εφεξής «ΑΔΣ»), καθ’ ο μέρος απερρίφθη η αίτηση υποψηφιότητάς του για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα.

3. Επειδή, στο άρθρο 86 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζονται τα εξής: “1. Για την καταπολέμηση των αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία μέσω κανονισμών, μπορεί να συστήσει Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκ της Eurojust. Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα μετά από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εφόσον δεν επιτευχθεί ομοφωνία, ομάδα αποτελούμενη από εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη μπορεί να ζητήσει να παραπεμφθεί το σχέδιο κανονισμού στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, η νομοθετική διαδικασία στο Συμβούλιο αναστέλλεται. Αφού συζητήσει το ζήτημα και εφόσον επιτευχθεί συναίνεση, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναπέμπει, εντός τετραμήνου από την αναστολή αυτή, το σχέδιο στο Συμβούλιο προς θέσπιση. Εντός της αυτής προθεσμίας, σε περίπτωση μη συμφωνίας, και εφόσον εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη επιθυμούν να καθιερώσουν ενισχυμένη συνεργασία βάσει του συγκεκριμένου σχεδίου κανονισμού, τα εν λόγω κράτη μέλη ενημερώνουν σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Στην περίπτωση αυτή, η έγκριση για την καθιέρωση ενισχυμένης συνεργασίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 20, παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και στο άρθρο 329, παράγραφος 1 της παρούσας Συνθήκης, θεωρείται ότι χορηγήθηκε και εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενισχυμένης συνεργασίας. 2. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για την καταζήτηση, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης, ενδεχομένως σε σύνδεση με την Ευρωπόλ, των δραστών αδικημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, όπως τα συμφέροντα αυτά ορίζονται στον κανονισμό της παραγράφου 1, καθώς και των συνεργών τους. Ασκεί δε ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων των κρατών μελών την ποινική δίωξη των αδικημάτων αυτών. 3. Οι κανονισμοί της παραγράφου 1 καθορίζουν το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τους όρους άσκησης των καθηκόντων της, τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τις δραστηριότητές της καθώς και τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν το παραδεκτό των αποδείξεων, και τους κανόνες που ισχύουν για τον δικαστικό έλεγχο των διαδικαστικών της πράξεων κατά την άσκηση των καθηκόντων της. 4. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δύναται, ταυτόχρονα ή σε μεταγενέστερο στάδιο, να εκδώσει απόφαση για την τροποποίηση της παραγράφου 1, προκειμένου να επεκτείνει τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην καταπολέμηση της σοβαρής εγκληματικότητας με διασυνοριακή διάσταση, και για την κατ’ επέκταση τροποποίηση της παραγράφου 2 όσον αφορά τους δράστες σοβαρών εγκλημάτων με επιπτώσεις σε πολλά κράτη μέλη καθώς και τους συνεργούς τους. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα μετά από έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και διαβούλευση με την Επιτροπή”.

4. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 1 του άρθρου 86 παρ. 1 της ΣΛΕΕ και κατόπιν τήρησης της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο αυτό για την καθιέρωση ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ ορισμένων κρατών μελών της Ε.Ε., στα οποία συμπεριελήφθη η Ελλάδα, εκδόθηκε ο Κανονισμός 2017/1939 του Συμβουλίου (ΕΕ 2017, L 283) “σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας”. Ειδικότερα, στον Kανονισμό αυτό ορίζεται στο άρθρο 3 ότι: “1. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συστήνεται δια του παρόντος ως όργανο της Ένωσης. 2. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει νομική προσωπικότητα. 3. …”, στο άρθρο 4 ότι: “Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι αρμόδια για την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών αξιόποινων πράξεων καθώς και των συνεργών σε αξιόποινες πράξεις οι οποίες θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 και καθορίζονται από τον κανονισμό αυτόν. Για τον σκοπό αυτόν, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνες και εκτελεί πράξεις δίωξης και ασκεί εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια δικαστήρια των κρατών μελών έως την οριστική περάτωση της υπόθεσης”, στο άρθρο 6 ότι: “1. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ανεξάρτητη. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του κανονισμού, ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας, οι Αναπληρωτές Ευρωπαίοι Γενικοί Εισαγγελείς, οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς … ενεργούν προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά, όπως αυτό ορίζεται από τον νόμο, και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν εντολές από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης σέβονται την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και δεν επιδιώκουν να την επηρεάσουν κατά την άσκηση των καθηκόντων της. 2. …”, στο άρθρο 8 ότι: “1. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί αδιαίρετο οργανισμό της Ένωσης που λειτουργεί ως ενιαία Εισαγγελία με αποκεντρωμένη δομή. 2. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οργανώνεται σε κεντρικό και σε αποκεντρωμένο επίπεδο. 3. Το κεντρικό επίπεδο αποτελείται από την Κεντρική Εισαγγελία στην έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Κεντρική Εισαγγελία συγκροτείται από το συλλογικό όργανο, τα μόνιμα τμήματα, τον ευρωπαίο γενικό εισαγγελέα, τους αναπληρωτές ευρωπαίους γενικούς εισαγγελείς, τους ευρωπαίους εισαγγελείς και τον διοικητικό διευθυντή. 4. Το αποκεντρωμένο επίπεδο αποτελείται από ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς που θα εδρεύουν στα κράτη μέλη. 5. …”, στο άρθρο 12 ότι: “1. Οι ευρωπαίοι εισαγγελείς … εποπτεύουν τις έρευνες και τις διώξεις για τις οποίες είναι υπεύθυνοι οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς που έχουν επιληφθεί της υπόθεσης στο κράτος μέλος καταγωγής τους. … 2. …”. στο άρθρο 13 ότι: “1. Οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς ενεργούν για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους και έχουν τις ίδιες εξουσίες με τους εθνικούς εισαγγελείς όσον αφορά την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή υποθέσεων ενώπιον της δικαιοσύνης, επιπροσθέτως και με την επιφύλαξη των ειδικών αρμοδιοτήτων και του καθεστώτος που τους έχουν απονεμηθεί και υπό τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς είναι υπεύθυνοι για τις έρευνες και τις διώξεις τις οποίες έχουν κινήσει, οι οποίες τους έχουν ανατεθεί ή των οποίων έχουν επιληφθεί κάνοντας χρήση του δικαιώματος ανάληψης υπόθεσης. Οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς ακολουθούν την καθοδήγηση και τις εντολές του μόνιμου τμήματος που έχει αναλάβει την υπόθεση, καθώς και τις εντολές του εποπτεύοντος ευρωπαίου εισαγγελέα. Οι ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς είναι επίσης υπεύθυνοι για την παραπομπή υπόθεσης ενώπιον της δικαιοσύνης, ειδικότερα δε έχουν την αρμοδιότητα να υποστηρίζουν το κατηγορητήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, να συμμετέχουν στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων και να ασκούν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. 2. …”. Ακολούθως, στο άρθρο 16 του εν λόγω Κανονισμού με τίτλο “Διορισμός και παύση των ευρωπαίων εισαγγελέων” ορίζεται ότι: “1. Κάθε κράτος μέλος προτείνει τρεις υποψηφίους για τη θέση του ευρωπαίου εισαγγελέα μεταξύ προσώπων τα οποία: α) είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος του σχετικού κράτους μέλους· β) παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας· και γ) διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για διορισμό σε υψηλό εισαγγελικό ή δικαστικό αξίωμα στο αντίστοιχο κράτος μέλος τους και διαθέτουν τη σχετική πρακτική πείρα στα εθνικά νομικά συστήματα, στις έρευνες στον χρηματοοικονομικό τομέα και στη διεθνή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις. 2. Αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη από την επιτροπή επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 3, το Συμβούλιο επιλέγει και διορίζει έναν από τους υποψήφιους ως ευρωπαίο εισαγγελέα του οικείου κράτους μέλους. Εάν η επιτροπή επιλογής κρίνει ότι συγκεκριμένος υποψήφιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του ευρωπαίου εισαγγελέα, η γνώμη της είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο. 3. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία, επιλέγει και διορίζει τους ευρωπαίους εισαγγελείς για μη ανανεώσιμη θητεία διάρκειας έξι ετών. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει τη θητεία έως τρία έτη μετά το πέρας της περιόδου των έξι ετών. 4. …”, ενώ, τέλος, στο άρθρο 96 ορίζεται ότι: “1. Στον ευρωπαίο γενικό εισαγγελέα και στους ευρωπαίους εισαγγελείς, στους ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς … εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, καθώς και οι κανόνες που εκδίδονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόβλεψη στον παρόντα κανονισμό. Ο ευρωπαίος γενικός εισαγγελέας και οι ευρωπαίοι εισαγγελείς προσλαμβάνονται ως έκτακτοι υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. …”.

5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης και του κανονισμού συνάγεται ότι για την καταπολέμηση των ποινικών αδικημάτων που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης συστάθηκε με τον ανωτέρω Κανονισμό η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ως ανεξάρτητος και αδιαίρετος οργανισμός της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία οργανώνεται σε κεντρικό και αποκεντρωμένο επίπεδο. Στο κεντρικό επίπεδο αποτελείται από την Κεντρική Εισαγγελία, η οποία είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση, καθοδήγηση και την εποπτεία όλων των ερευνών και διώξεων που αναλαμβάνουν οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς και συγκροτείται, μεταξύ άλλων, από τον Γενικό Ευρωπαίο Εισαγγελέα, ο οποίος είναι επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ως συνόλου και του συλλογικού οργάνου των Ευρωπαίων Eισαγγελέων, τα μόνιμα τμήματα και τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς, έναν ανά κράτος μέλος. Το αποκεντρωμένο επίπεδο αποτελείται από Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς, οι οποίοι εντάσσονται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών. Για τον διορισμό στη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, ως έκτακτου υπαλλήλου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προβλέπεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, το οποίο διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο, κατά το οποίο το κράτος μέλος που συμμετέχει στην ενισχυμένη συνεργασία προτείνει τρεις υποψηφίους, και το δεύτερο στάδιο, σε ενωσιακό επίπεδο, κατά το οποίο το Συμβούλιο επιλέγει έναν εκ των τριών υποψηφίων, αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη επιτροπής επιλογής. Όπως έχει κριθεί από το Γενικό Δικαστήριο (βλ. διάταξη της 13ης Ιουνίου 2022, T-334/21, Mendes de Almeida κατά Συμβουλίου, σκέψεις 40, 43 και της 25ης Οκτωβρίου 2022, Τ-603/21, Wo κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, σκέψη 37), με τις διατάξεις αυτές προβλέπεται “sui generis” διαδικασία, η οποία δικαιολογείται από το γεγονός ότι αφορά πρόσωπα που καλούνται να ασκήσουν, στο πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας, καθήκοντα για τα οποία υπέχουν ιδιαίτερα αυξημένη ευθύνη εντός του θεσμικού συστήματος της Ένωσης.

6. Επειδή, αρχικώς με τον ν. 4596/2019 (Α΄ 32) θεσπίσθηκαν κανόνες εφαρμογής των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού που αφορούν το πρώτο στάδιο επιλογής του Ευρωπαίου Εισαγγελέα (βλ. άρθρα 16 έως 21 του Κεφαλαίου Δ΄ του νόμου αυτού). Στη συνέχεια, οι παραπάνω διατάξεις καταργήθηκαν με το άρθρο 49 παρ. 2 του ν. 4786/2021 (Α΄ 43) και αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 ορίζεται ότι: “1. (όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν τροποποιηθεί με την παρ. 1 του άρθρου 48 του ν. 5026/2023, Α΄ 45) Κάθε υποψήφιος για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα απαιτείται, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης και κατά τον χρόνο του διορισμού του: α. να κατέχει τον βαθμό τουλάχιστον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών έως και αυτόν του Εισαγγελέα Εφετών. β. να έχει τη δυνατότητα υπηρέτησης στην εθνική Εισαγγελική Αρχή επί εννέα (9) τουλάχιστον έτη μέχρι την αποχώρησή του λόγω του ορίου ηλικίας της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος. 2. Κάθε υποψήφιος, τόσο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης όσο και κατά τον χρόνο του διορισμού του, πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. να μην του έχει επιβληθεί τα τελευταία πέντε (5) χρόνια πειθαρχική ποινή ανώτερη της επίπληξης και να μην εκκρεμεί σε βάρος του πειθαρχική αγωγή, β. να μην συντρέχει στο πρόσωπο του κάποια από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στις περ. δ΄, ε΄ και στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 37 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35), καθώς και να μην εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για έγκλημα της περ. ε΄ της ίδιας παραγράφου. Το άρθρο 38 του εν λόγω Κώδικα για άρση ή μη του ανωτέρω κωλύματος εφαρμόζεται αναλόγως, γ. να διαθέτει σχετική πρακτική εμπειρία στις έρευνες στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στη διεθνή συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις από προϋπηρεσία σε όργανα, οργανισμούς, μονάδες ή επιτροπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλου διεθνούς οργανισμού, στους σκοπούς του οποίου εντάσσεται η έρευνα, η δίωξη ή η διεθνής δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, ιδίως οικονομικού εγκλήματος, δ. να κατέχει διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, αναγνωρισμένο από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, στις ποινικές επιστήμες, στην εγκληματολογία, στο ευρωπαϊκό δίκαιο, στις οικονομικές επιστήμες ή σε άλλο συναφή τομέα, και ε. να έχει πολύ καλή γνώση (επιπέδου C1) της αγγλικής τουλάχιστον γλώσσας” και στο άρθρο 5 ότι: “1. Η επιλογή των τριών (3) προτεινόμενων υποψηφίων για διορισμό στη θέση του Eυρωπαίου Eισαγγελέα, της παρ. 1 του άρθρου 16 του Κανονισμού 2017/1939, L 283, πραγματοποιείται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 68, 78 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35). 2. (όπως ίσχυε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν τροποποιηθεί με την παρ. 2 του άρθρου 48 του ν. 5026/2023) Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του Ευρωπαίου Εισαγγελέα και αμελλητί μόλις πληροφορηθεί ότι αυτή για οποιονδήποτε λόγο λήγει πρόωρα, ή δεν πρόκειται να παραταθεί, ορίζει προθεσμία είκοσι (20) ημερών για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή σε έντυπη μορφή, των αιτήσεων των ενδιαφερομένων, μαζί με βιογραφικό σημείωμα και φάκελο δικαιολογητικών, αναρτά την πρόσκληση στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και τη γνωστοποιεί ταυτόχρονα εγγράφως στους διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών και Πρωτοδικών της Επικράτειας, προς ενημέρωση των υφισταμένων τους. 3. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ύστερα από έλεγχο των δικαιολογητικών και των ατομικών φακέλων των υποψηφίων, καλεί τους υποψηφίους, που πληρούν τα τυπικά προσόντα, σε συνέντευξη, με έγγραφη ατομική πρόσκληση, η οποία τους επιδίδεται με μέριμνα του διευθύνοντος την εισαγγελία όπου υπηρετούν. … Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφασίζει και με τηλεδιάσκεψη και ορίζει τη σειρά των επιλαχόντων. Εναντίον της απόφασης χωρεί προσφυγή ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 68 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών. 4. Μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας των παρ. 1 έως 3, η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και, εφόσον κριθεί απαραίτητο από την επιτροπή επιλογής της παρ. 3 του άρθρου 14 του Κανονισμού 2017/1937, η αίτηση μαζί με τον φάκελο υποψηφιότητας εκάστου επιλεγέντος διαβιβάζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στην ανωτέρω Επιτροπή, προκειμένου να ακολουθήσει η διαδικασία επιλογής και διορισμού του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, για μη ανανεώσιμη θητεία έξι (6) ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί έως τρία (3) έτη, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 16 του Κανονισμού 2017/1939. Ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας διορίζεται ως έκτακτος υπάλληλος, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 96 του ανωτέρου Κανονισμού”. Τέλος, στο άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: “Στον Ευρωπαίο Εισαγγελέα χορηγείται ειδική κανονική άδεια χωρίς αποδοχές, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35), από την ανάληψη των καθηκόντων του μέχρι να λήξει η εξαετής, ή επί παράτασης, η εννεαετής θητεία του. Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι παρ. 6 και 10 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών”.

7. Επειδή, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, στις διατάξεις του οποίου παρέπεμπε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4786/2021, είχε καταργηθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από την έναρξη ισχύος του νέου Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. (άρθρα 129-130 ν. 4938/2022 – Α΄ 109/6.6.2022). Στις αντίστοιχες διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου ορίζονται στο άρθρο 91 τα εξής: «1. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αποφασίζει για το διορισμό των πρωτοδικών και αντεισαγγελέων πρωτοδικών και ειρηνοδικών και για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές γενικά των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Επίσης αποφασίζει, γνωμοδοτεί ή προτείνει και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από το νόμο. 2. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης εδρεύει στο κατάστημα του Αρείου Πάγου. Αποτελείται από ένδεκα (11) μέλη, εκτός αν πρόκειται για προαγωγή στον βαθμό του αρεοπαγίτη, αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προέδρου και εισαγγελέα εφετών, οπότε αποτελείται από δεκαπέντε (15) μέλη. Τακτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και, κατά περίπτωση, εννέα (9) ή δεκατρία (13) μέλη που ορίζονται με κλήρωση. Δύο (2) μέλη του Συμβουλίου είναι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στο Συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο δύο (2) πρόεδροι εφετών ή δύο (2) εισαγγελείς εφετών, αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών προέδρων εφετών και εφετών ή εισαγγελέων και αντεισαγγελέων εφετών αντίστοιχα ή δύο (2) εφέτες ή δύο (2) αντεισαγγελείς εφετών, αν πρόκειται για θέματα υπηρεσιακών μεταβολών δικαστών ή εισαγγελέων με βαθμό κατώτερο του εφέτη ή αντεισαγγελέα εφετών, που ορίζονται με κλήρωση. Αυτοί που μετέχουν χωρίς ψήφο καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα. 3. Η κλήρωση των μελών του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης γίνεται από το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην πρώτη δημόσια συνεδρίαση του Δεκεμβρίου μεταξύ των αντιπροέδρων, των αρεοπαγιτών και των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, που έχουν τουλάχιστον δύο (2) έτη υπηρεσίας στον βαθμό του αρεοπαγίτη ή του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τον χρόνο έναρξης της θητείας τους ως μελών του Συμβουλίου. Στην ίδια συνεδρίαση γίνεται η κλήρωση των χωρίς ψήφο προέδρων και εισαγγελέων εφετών και των εφετών και αντεισαγγελέων εφετών, μεταξύ των δεκαπέντε (15) αρχαιότερων προέδρων και εισαγγελέων εφετών και μεταξύ των τριάντα (30) αρχαιότερων εφετών και αντεισαγγελέων εφετών, των εφετείων και εισαγγελιών εφετών, από το ενιαίο σύνολο των υπηρετούντων στα εφετεία και τις εισαγγελίες εφετών Αθηνών και Πειραιώς, οι οποίοι δεν έχουν τιμωρηθεί με οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, εκτός από την επίπληξη, ή δεν έχουν κριθεί μη προακτέοι στον επόμενο βαθμό από αυτόν που κατέχουν. 4. … 5. Αυτοί που κληρώνονται, γίνονται τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χωρίς καμιά άλλη διατύπωση. Η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επόμενου από την κλήρωση έτους. … 12. Ως προς τη λειτουργία και τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, τη διαφωνία του Υπουργού, την προσφυγή του ενδιαφερόμενου, και όλα τα λοιπά θέματα, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 81, με τις εξής διαφοροποιήσεις: α) Στην παρ. 4, η παραπομπή, αντί στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 34 του π.δ 18/1989 (Α΄ 8), γίνεται στην παρ. 2 του άρθρου 302 του ΚΠολΔ. β) Στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως δευτεροβάθμιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, μετέχουν ο Εισαγγελέας και οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου. Στην ίδια Ολομέλεια, όταν πρόκειται για προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, μετάταξη ή απόσπαση δικαστικών λειτουργών, μετέχουν χωρίς ψήφο οι πρόεδροι και εισαγγελείς εφετών και οι εφέτες και αντεισαγγελείς εφετών που μετέχουν κατά περίπτωση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, οι οποίοι καλούνται να διατυπώσουν τη γνώμη τους για το κρινόμενο ζήτημα”. Στο δε άρθρο 81 του ΚΟ.Δ.Κ.Δ.Λ. ορίζονται τα εξής: «1. Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης εκδίδονται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης προς τον πρόεδρο του Συμβουλίου. 2. … 3. Για να σχηματίσει πληρέστερη γνώμη, το Συμβούλιο δύναται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από τους γενικούς επιθεωρητές συμβούλους Επικρατείας και από όσους διατελούν ή διετέλεσαν προϊστάμενοι του κρινόμενου δικαστικού λειτουργού. Μπορεί επίσης να καλεί τον δικαστικό λειτουργό για την παροχή εξηγήσεων και να ενεργεί ειδική εξέταση ή επιθεώρηση, την οποία αναθέτει σε μέλος του ή γενικό επιθεωρητή σύμβουλο Επικρατείας. Οι επιθεωρητές σύμβουλοι Επικρατείας, που δεν είναι μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, δύναται να καλούνται από τον πρόεδρο και προφορικά ακόμα για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων στο Συμβούλιο. 4. Οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία, ύστερα από ψηφοφορία που είναι πάντοτε φανερή. … 7. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών αφότου περιέλθει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, μπορεί, με τους περιορισμούς της παρ. 8, να διαφωνήσει προς την απόφαση και να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκθέτοντας τους λόγους της διαφωνίας. Η Ολομέλεια δεν δεσμεύεται από τους λόγους της διαφωνίας, αλλά υποχρεούται να εξετάσει στο σύνολό της την υπόθεση που παραπέμφθηκε σε αυτή. 8. (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν να αντικατασταθεί με το άρθρο 52 του ν. 5108/2024 – Α΄ 65) Προσφυγή στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου που αφορά προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση και απόσπαση έχει δικαίωμα να ασκήσει ο δικαστικός λειτουργός τον οποίο αφορά η απόφαση αυτή, εφόσον όμως έλαβε τρεις (3) τουλάχιστον ψήφους στο δεκαπενταμελές Συμβούλιο και δύο (2) στο ενδεκαμελές. Η προσφυγή κατατίθεται στον Πρόεδρο του Συμβουλίου ή στον δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ημερών από τότε που του γνωστοποιήθηκε εγγράφως η απόφαση από τον πρόεδρο. Η προσφυγή διαβιβάζεται αμέσως στην ολομέλεια δια του Υπουργείου Δικαιοσύνης. 9. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκροτείται στις περιπτώσεις της παρ. 8 σε συμβούλιο και μετέχουν σε αυτήν όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση κωλυμάτων η ολομέλεια συγκροτείται νόμιμα και με λιγότερο αριθμό μελών, σε κάθε όμως περίπτωση τα παρόντα μέλη πρέπει να είναι περισσότερα από το ήμισυ των μελών που υπηρετούν. Αν ο αριθμός αυτών που μετέχουν στην ολομέλεια είναι άρτιος, αποχωρεί ο νεότερος σύμβουλος, εφόσον δεν είναι εισηγητής. 10. Ο δικαστικός λειτουργός που έχει ασκήσει παραδεκτώς προσφυγή καλείται, ύστερα από αίτησή του, υποχρεωτικά στην ολομέλεια, για την παροχή προφορικών εξηγήσεων και την προσκόμιση στοιχείων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων 3 έως 6. 11. Η διαφωνία του Υπουργού και η προσφυγή του δικαστικού λειτουργού αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά το μέρος που αυτή θίγει τον πίνακα αρχαιότητας, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση της Ολομέλειας. Η εκτέλεση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου αναστέλλεται και κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης προσφυγής από τον ενδιαφερόμενο δικαστικό λειτουργό. 12. Η εφαρμογή των αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά των οποίων δεν ασκήθηκε διαφωνία ή προσφυγή, είναι υποχρεωτική για τον Υπουργό Δικαιοσύνης. 13. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύει το ζήτημα που φέρεται ενώπιον της και τα περαιτέρω ζητήματα που δημιουργούνται από την ολική ή μερική αποδοχή της διαφωνίας του Υπουργού ή της προσφυγής δικαστικού λειτουργού. Οποιαδήποτε αναπομπή στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποκλείεται».

8. Επειδή, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατόπιν του 42288οικ./14.9.2022 ερωτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης, εξέδωσε την 7773/27.9.2022 πρόκληση υποβολής αιτήσεων για την επιλογή των υποψηφίων για την θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Η πρόσκληση αυτή απευθύνθηκε προς τους Εισαγγελικούς Λειτουργούς που επιθυμούσαν να είναι υποψήφιοι και διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα που προβλέπονταν στο άρθρο 4 του ν. 4786/2021. Ο αιτών, Εφέτης, υπέβαλε αίτηση υποψηφιότητας, στην οποία ανέφερε ότι, παρότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ιδιότητα του Εισαγγελικού Λειτουργού, είχε δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία επιλογής, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού 2017/1939, στο οποίο προβλέπεται ότι υποψήφιοι μπορεί να είναι ενεργά μέλη, όχι μόνον της εισαγγελικής αρχής, αλλά και του δικαστικού σώματος. Με την προσβαλλόμενη 252/2022 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ) Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (με ενδεκαμελή σύνθεση) αποφασίσθηκαν τα εξής: α) Να μην αναπεμφθεί το υπό κρίση ερώτημα στον Υπουργό Δικαιοσύνης, όπως προτάθηκε από τον εισηγητή, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προκειμένου να επιλυθεί τυχόν αντίθεση του άρθρου 4 του ν. 4786/2021 προς το άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού 2017/1939 ως προς το δικαίωμα συμμετοχής δικαστικών λειτουργών στη διαδικασία πρότασης των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Και τούτο διότι, όπως κατά πλειοψηφία κρίθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ν. 4786/2021, σύμφωνα με τις οποίες κλήθηκε το Συμβούλιο να αποφασίσει, ήταν σαφώς διατυπωμένες, ενώ δεν προέκυπτε αντίθεση με το άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού, δεδομένου ότι, όπως προέκυπτε από τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 του προοιμίου του Κανονισμού, τα καθήκοντα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελούν στην ελληνική έννομη τάξη κατεξοχήν εισαγγελικά καθήκοντα, ο δε νομοθέτης της Ένωσης, γνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες των εθνικών νομικών συστημάτων, προέβλεψε διαζευκτικά τη δυνατότητα επιλογής εισαγγελικού ή δικαστικού λειτουργού, ενώ εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη να διασφαλίσει την εφαρμογή του Κανονισμού, χωρίς να αγνοεί τα δεδομένα του εθνικού νομικού συστήματος. β) Να απορριφθεί, κατόπιν των ανωτέρω, ως απαράδεκτη η αίτηση υποψηφιότητας του αιτούντος, λόγω του ότι δεν πληροί τη βασική προϋπόθεση του νόμου, διότι δεν κατέχει την εισαγγελική ιδιότητα και γ) Να προταθούν, τέλος, ως υποψήφιοι για την επίδικη θέση οι εισαγγελικοί λειτουργοί 1) ΑΚ, Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, 2) ΝΟ, Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών και 3) ΝΠ, Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ο αιτών δεν άσκησε προσφυγή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (σχετ. η 375/21.11.2023 βεβαίωση του Αρείου Πάγου – Τμήμα Συμβουλίων). Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού έλαβε την αιτιολογημένη γνώμη της επιτροπής επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 του Κανονισμού 2017/1939, με την 2023/1335 απόφασή του, της 27ης Ιουνίου 2023 (ΕΕ 2023, L 166, σ. 116) διόρισε ως Ευρωπαίο Εισαγγελέα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκ των προταθέντων από την Ελλάδα τον ΝΠ για μη ανανεώσιμη θητεία έξι ετών, αρχομένη από 29.7.2023.

9. Επειδή, κατά της τελευταίας αυτής απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία διορίσθηκε ο ΝΠ στη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα έχει ασκηθεί από τον αιτούντα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η από 16.7.2023 προσφυγή, επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί απόφαση μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης. Με την προσφυγή αυτή ο αιτών έχει προβάλει ότι η απόφαση αυτή του Συμβουλίου είναι παράνομη, διότι ερείδεται στην 252/2022 απόφαση του ΑΔΣ, η οποία, κατά τον αιτούντα, έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 16 παρ. 1 του Κανονισμού 2017/1939, καθ’ ο μέρος με αυτήν αυτός αποκλείσθηκε από τη διαδικασία για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, για τον λόγο ότι δεν ήταν εισαγγελικός λειτουργός αλλά μέλος του δικαστικού σώματος.

10. Επειδή, το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ απονέμει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την αποκλειστική αρμοδιότητα να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, στα οποία συγκαταλέγεται το Συμβούλιο. Όπως έχει κριθεί (βλ., αντί άλλων, ΔΕΕ απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2018, υπόθεση C-219/17, Berlusconi, σκέψεις 43 έως 46), η τυχόν συμμετοχή των αρχών των κρατών μελών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η οποία καταλήγει στην έκδοση τέτοιων πράξεων, δεν μπορεί να αναιρέσει τον χαρακτηρισμό τους ως πράξεων της Ένωσης, όταν οι πράξεις, τις οποίες εκδίδουν οι αρχές των κρατών μελών, αποτελούν στάδιο μιας διαδικασίας, κατά την οποία θεσμικό όργανο της Ένωσης ασκεί μόνο του την τελική εξουσία λήψεως αποφάσεων, χωρίς να δεσμεύεται από τις προπαρασκευαστικές πράξεις ή τις προτάσεις των αρχών των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Σουηδία κατά Επιτροπής, C-64/05 P, EU:C:2007:802, σκέψεις 93 και 94). Ειδικότερα, σε περίπτωση, κατά την οποία το δίκαιο της Ένωσης δεν αποβλέπει στον διαχωρισμό δύο αρμοδιοτήτων, εκ των οποία η μία είναι εθνική και η άλλη ενωσιακή που έχουν διακριτά αντικείμενα, αλλά κατοχυρώνει την αποκλειστική εξουσία λήψεως αποφάσεων ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης, εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης, δυνάμει της αποκλειστικής αρμοδιότητάς του να ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων της Ένωσης επί τη βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto–Frost, 314/85, EU:C:1987:452, σκέψη 17), να αποφαίνεται επί της νομιμότητας της τελικής αποφάσεως, την οποία λαμβάνει το εν λόγω θεσμικό όργανο της Ένωσης και να εξετάζει, προς διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των ενδιαφερομένων, τα τυχόν ελαττώματα των προπαρασκευαστικών πράξεων ή των προτάσεων των αρχών των κρατών μελών, τα οποία είναι ικανά να θίξουν το κύρος της τελικής αυτής αποφάσεως. Πάντως, πράξη αρχής κράτους μέλους, που εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως αποφάσεως της Ένωσης, δεν υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης, όταν, από τη διενεργούμενη στον συγκεκριμένο τομέα κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρχών κράτους μέλους και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, προκύπτει ότι η πράξη της εθνικής αρχής συνιστά απαραίτητο στάδιο διαδικασίας εκδόσεως πράξεως της Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν μόνον περιορισμένο ή ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, με αποτέλεσμα η πράξη κράτους μέλους να δεσμεύει το θεσμικό όργανο της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, C-97/91, EU:C:1992:491, σκέψεις 9 και 10). Συνεπώς, τα δικαστήρια κράτους μέλους οφείλουν να αποφαίνονται επί των τυχόν παρατυπιών μιας τέτοιας πράξεως κράτους μέλους, υποβάλλοντας ενδεχομένως προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ελέγχου που ισχύουν για κάθε οριστική πράξη, η οποία εκδίδεται από την ίδια αρχή κράτους μέλους και μπορεί να βλάψει τρίτους, και να θεωρούν εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, ως παραδεκτό το σχετικό ένδικο βοήθημα, έστω και αν οι δικονομικοί κανόνες κράτους μέλους δεν το προβλέπουν (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1992, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής, C-97/91, EU:C:1992:491, σκέψεις 11 έως 13, της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Carl Kühne κ.λπ., C-269/99, EU:C:2001:659, σκέψη 58, καθώς και της 2ας Ιουλίου 2009, Bavaria και Bavaria Italia, C-343/07, EU:C:2009:415, σκέψη 57). Εξ άλλου, με διάταξη της 24ης Μαΐου 2022 του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-368/21, Di Taranto κατά Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, έγινε δεκτό ότι ανήκει στα εθνικά δικαστήρια ο έλεγχος της πράξης που έλαβε αρχή κράτους μέλους, με την οποία προτάθηκαν οι υποψήφιοι για θέσεις Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Ιταλική Δημοκρατία (βλ. σκέψη 30). Στη διαδικασία διορισμού των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Κανονισμού 2017/1939, προβλέπεται, όπως και στη διαδικασία διορισμού των Ευρωπαίων Εισαγγελέων (βλ. προηγούμενη σκέψη 5), αφενός μεν στάδιο που διεξάγεται σε εθνικό επίπεδο, συνιστάμενο στην πρόταση των κρατών μελών, αφετέρου δε στάδιο σε ενωσιακό επίπεδο, με το οποίο επιλέγονται οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Επίσης, έχει κριθεί (βλ. απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Ιανουαρίου 2022, Τ-647/20,Verelst κατά Συμβουλίου, σκέψη 65), ότι το Συμβούλιο, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού 2017/1939, μπορεί να επιλέξει και να διορίσει στη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα έναν από τους τρεις υποψηφίους που έχει προτείνει το οικείο κράτος μέλος μόνον αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη της επιτροπής επιλογής σχετικά με τα προσόντα των εν λόγω υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων αυτών, δύναται να λάβει σχετική απόφαση μόνον όταν η επιτροπή επιλογής έχει εκδώσει θετική αιτιολογημένη γνώμη ως προς τρεις υποψηφίους, οι οποίοι έχουν προταθεί από το οικείο κράτος μέλος, ενώ, όταν η επιτροπή επιλογής διαπιστώνει ότι ένας υποψήφιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, καλεί το οικείο κράτος μέλος να προτείνει νέο υποψήφιο.

11. Επειδή, από τα παραπάνω συνάγεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν περιορισμένο περιθώριο εκτίμησης ως προς την επιλογή του προσώπου που θα ασκήσει τα καθήκοντα του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, με την έννοια ότι δεσμεύονται από την πρόταση του κράτους μέλους ως προς τους υποψηφίους που προκρίθηκαν να λάβουν μέρος στην επιλογή αυτή. Συνεπεία της ανωτέρω κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στην οποία προβαίνει ο κανονισμός 2017/1939 και ειδικότερα του ελέγχου που διενεργείται από τον δικαστή της Ένωσης επί της απόφασης του Συμβουλίου, με την οποία διορίζεται ο Ευρωπαίος Εισαγγελέας, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης του ΑΔΣ, με την οποία διενεργήθηκε η επιλογή των τριών υποψηφίων για την θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί η υποψηφιότητα του αιτούντος ως απαράδεκτη δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση δεν είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη από την άποψη αυτή ούτε προκύπτει λόγος αναβολής της υπόθεσης, προκειμένου το Δικαστήριο να αναμείνει την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προσφυγής που έχει ασκήσει ενώπιόν του ο αιτών.

12. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ και 3 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 84), στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, κατά περίπτωση, ανήκει, μεταξύ των άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι πράξεις των δικαστικών αρχών, ακόμη και αν το περιεχόμενό τους δεν αφορά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας, αλλά αναφέρεται σε θέματα διοικητικής φύσεως της δικαστικής λειτουργίας, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως. Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το γεγονός ότι το Σύνταγμα σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρα 90 παρ. 6 και 91 παρ. 4) απέκλεισε ρητώς την δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά συγκεκριμένων κατηγοριών πράξεων δικαστικών αρχών που αναφέρονται σε θέματα διοικητικής φύσεως (ΣτΕ 1795/2011 Ολ., 3034/2008 Ολ., 1452/2019 επτ., 2749/2010 επτ. κ.ά.).

13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του ΑΔΣ, ως πράξη οργάνου ενταγμένου στην δικαστική λειτουργία, δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος, σε έλεγχο με το ένδικο βοήθημα της αιτήσεως ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 1426/2020, 2880/2014, 2767/2006, 597/1999, 4064, 386, 260/1986).

14. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως κατά των αποφάσεων του ΑΔΣ αφορά μόνον τις ειδικώς αναφερόμενες στο άρθρο 90 του Συντάγματος υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστικών λειτουργών, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η ανάθεση σε αυτούς καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 2 τρίτο εδάφιο του Συντάγματος, όπως, εν προκειμένω, είναι η επιλογή των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα.

15. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 12, από τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 6 και 91 παρ. 6 του Συντάγματος, στις οποίες προβλέπεται ρητά ο αποκλεισμός άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατά, αντιστοίχως, των αποφάσεων των ΑΔΣ για τις υπηρεσιακές μεταβολές που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 90 του Συντάγματος και των Πειθαρχικών Συμβουλίων που ασκούν πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς κατ’ άρθρον 91 του Συντάγματος, δεν μπορεί να συναχθεί, εξ αντιδιαστολής, το επιχείρημα ότι επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά αποφάσεων δικαστικών αρχών, σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως εν προκειμένω για την επιλογή των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Και τούτο διότι μια τέτοια εκδοχή προσκρούει στο γράμμα της διάταξης του άρθρου 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος, με την οποία απονέμεται αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών – και όχι των δικαστικών – αρχών. Κατόπιν τούτων, τα ως άνω προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

16. Επειδή, περαιτέρω, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι ο αποκλεισμός του δικαστικού ελέγχου που συνεπάγεται το ανωτέρω απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), στην οποία ορίζεται ότι: “Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης”. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίζεται ότι, εφόσον τα όργανα της Ένωσης που επιλαμβάνονται κατά το δεύτερο στάδιο επιλογής του Ευρωπαίου Εισαγγελέα εξ ενός εκ των τριών προταθέντων υποψηφίων δεν μπορούν να ελέγξουν την νομιμότητα του πρώτου σταδίου κατά το οποίο διενεργήθηκε από το ΑΔΣ η επιλογή των τριών υποψηφίων για τη θέση αυτή και η απόρριψη της υποψηφιότητας του αιτούντος, είναι απαραίτητο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη της ΣΕΕ, να παρέχεται στον δικαστή του κράτους μέλους η εξουσία ελέγχου της προπαρασκευαστικής αυτής απόφασης του ΑΔΣ, αφού αυτή δεσμεύει την επιτροπή επιλογής και το Συμβούλιο της ΕΕ ως προς το περιθώριο εντός του οποίου τα όργανα αυτά θα ασκούν τη δική τους αρμοδιότητα αξιολόγησης και επιλογής (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση Berlusconi, σκέψεις 41 επόμενα). Προβάλλεται επίσης, ότι ανήκει στην αρμοδιότητα του δικαστή του κράτους μέλους να αφήνει ανεφάρμοστες οποιεσδήποτε από τις εθνικές διατάξεις συνεπάγονται αδυναμία του κράτους μέλους να τηρήσει τις κατά το ενωσιακό δίκαιο υποχρεώσεις του (βλ. ΔΕΕ απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, C-105/14, Tarrico, σκέψεις 34-58). Περαιτέρω, με το από 16.1.2016 υπόμνημα του αιτούντος, το οποίο κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης εντός της προθεσμίας που χορηγήθηκε από τον Πρόεδρο για την ανάπτυξη των ισχυρισμών του, προβάλλεται ότι το ΑΔΣ και η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όταν αποφαίνεται επί προσφυγής κατά απόφασης του ΑΔΣ, δεν αποτελούν δικαστήρια κατά την έννοια του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και δεν παρέχουν ισοδύναμη δικαστική προστασία με αυτήν που απαιτείται από την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 της ΣΕΕ, με αποτέλεσμα να μη καταλείπεται στον αιτούντα άλλη δυνατότητα ένδικης προστασίας από την εξέταση της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως, κατά παράκαμψη του τυπικού κριτηρίου που τίθεται από το άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος.

17. Επειδή, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 16 του Κανονισμού 2017/1939, στην οποία προβλέπεται η διαδικασία διορισμού του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, δεν περιέχει ειδικότερες ρυθμίσεις ως προς το πρώτο στάδιο επιλογής, το οποίο οφείλουν να ακολουθήσουν για την πρόταση των τριών υποψηφίων στη θέση αυτή τα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, τα τελευταία διαθέτουν ευρύ περιθώριο ως προς τον τρόπο οργάνωσης και διεξαγωγής του σταδίου αυτού. Εντός του πλαισίου αυτού, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4786/2021 ο νομοθέτης θέσπισε διαδικασία επιλογής των υποψηφίων από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, η οποία εκκινεί με την ανοικτή πρόσκληση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την υποβολή, σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, των αιτήσεων των ενδιαφερομένων, η δε πρόσκληση αυτή αναρτάται στην ιστοσελίδα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και ταυτόχρονα γνωστοποιείται στους διευθύνοντες τις εισαγγελικές αρχές της Χώρας προς ενημέρωση των υφισταμένων τους. Εν συνεχεία, το ίδιο το ΑΔΣ προβαίνει στον έλεγχο των φακέλων των υποψηφίων, ενώ, για την πληρέστερη εξακρίβωση της επάρκειας τους για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, καλεί, όσους πληρούν τα τυπικά προσόντα, σε συνέντευξη. Με την απόφαση του ΑΔΣ για την πρόταση των τριών υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα ορίζεται και η σειρά των επιλαχόντων.

18. Επειδή, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 4786/2021, κατά της παραπάνω απόφασης του ΑΔΣ χωρεί προσφυγή ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 68 και 79 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ήδη άρθρα 81 και 91 του νέου Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. – ν. 4938/2022). Συνεπώς, προβλέπεται κατ’ αρχήν ένδικη προστασία κατά της απόφασης του ΑΔΣ, με την οποία διενεργείται η κρίση των υποψηφίων για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ο έλεγχος δε της συμβατότητας ή μη προς το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ της ΣΕΕ της θεσπιζόμενης με την παραπάνω διάταξη ένδικης προστασίας δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, τούτο συνιστά έλεγχο πράξης δικαστικής αρχής, ο οποίος δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1157/2020). Εξ άλλου, το κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτο της υπό κρίση αιτήσεως ακυρώσεως δεν δύναται να αρθεί, λόγω της πρόβλεψης στο άρθρο 81 παρ. 8 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ ως προϋπόθεσης παραδεκτού για την άσκηση της προσφυγής ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, να έχει λάβει ο κρινόμενος δικαστικός λειτουργός υπέρ αυτού ορισμένο αριθμό ψήφων (πρβλ. ΣτΕ 1088/2023). Και τούτο, πάντως διότι εν προκειμένω ο αιτών δεν έχει ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης του ΑΔΣ, με αποτέλεσμα να καθίσταται άδηλο αν η παραπάνω προϋπόθεση του παραδεκτού θα ετύγχανε εφαρμογής στην υπόθεσή του. Επομένως, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του αιτούντος είναι απορριπτέοι.

19. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος νομίμου παραβόλου ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ και την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος υπολοίπου ποσού παραβόλου ύψους τεσσάρων (4) ευρώ, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.

Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 22α Ιανουαρίου 2024 …. και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 2026