Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Ευγενία Β. Πρεβεδούρου

H υποχρέωση εθνικού δικαστηρίου να αιτιολογεί την άρνηση υποβολής προδικαστικής παραπομπής (η εξέλιξη της νομολογίας έως την απόφαση C-767/23, Remling)

H υποχρέωση εθνικού δικαστηρίου, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, να αιτιολογεί την άρνηση υποβολής προδικαστικής παραπομπής (η εξέλιξη της νομολογίας έως την απόφαση C-767/23, Remling)

Ι. Προκαταρκτικές σκέψεις

1. Η απόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 24ης Μαρτίου 2026,  C-767/23, Remling(ECLI:EU:C:2026:243), εξετάζει ένα δικονομικό ζήτημα που βρίσκεται στον πυρήνα του δικαιοδοτικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης: πρόκειται για την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων,  των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, να αιτιολογούν την άρνησή τους να υποβάλουν προδικαστική παραπομπή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Η απόφαση εντάσσεται στη νομολογία CILFIT (C-283/81, ECLI:EU:C:1982:335), Consorzio ItalianManagement (C-561/19, ECLI:EU:C:2021:799) και KUBERA (C-144/23, ECLI:EU:C:2024:881), προσθέτοντας νέες πτυχές στη θεματική της προδικαστικής παραπομπής, οι οποίες ανακύπτουν λόγω των ιδιαίτερων δικονομικών διατάξεων των κρατών μελών [1]. Η απόφαση Remling είναι μια διδακτική απόφαση, αφού το Δικαστήριο συνοψίζει την εξέλιξη της νομολογίας περί προδικαστικής παραπομπής, υπό το πρίσμα της υποχρέωσης των εθνικών δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, αφενός, να υποβάλλουν στο ΔΕΕ αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης και, αφετέρουν, να αιτιολογούν την άρνηση υποβολής και συμπληρώνει το οικείο καθεστώς.

2. Ως γνωστόν, η απόφαση CILFITδιατύπωσε τις τρεις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανώτατο δικαστήριο κράτους μέλους (ακριβέστερα, δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα) μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής κατά το άρθρο 267 εδ. 3 ΣΛΕΕ (τότε άρθρο 177 εδ. 3 ΣυνθΕΟΚ).  Η απόφαση αυτή αναγνώρισε ευρεία διακριτική ευχέρεια στον ανώτατο εθνικό δικαστή, την οποία η πρόσφατη νομολογία φάνηκε να περιορίζει. Πράγματι, με την απόφαση ConsorzioItalianManagement, κρίθηκε ότι τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται όταν: i) το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι ουσιώδες, δηλαδή η απάντηση στο ζήτημα αυτό, οποιαδήποτε και αν είναι, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης (σκέψη 34)· ii) το ανακύψαν ζήτημα είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημο προς ένα ζήτημα που αποτέλεσε ήδη το αντικείμενο προδικαστικής απόφασης σε ανάλογη περίπτωση ή, κατά μείζονα λόγο, στο πλαίσιο της ίδιας της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπόθεση, ή όταν πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επιλύει το επίδικο νομικό ζήτημα, ανεξάρτητα από το είδος των διαδικασιών από τις οποίες προήλθε η νομολογία αυτή, ακόμη και αν τα επίδικα ζητήματα δεν ταυτίζονται απολύτως   (σκέψη 36)· και iii) η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία. Πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξ ίσου προφανής θα ενεφανίζετο η λύση αυτή στα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών και στο Δικαστήριο (σκέψεις 39 και 40) [2]. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το γεγονός ότι μια διάταξη του δικαίου της Ένωσης επιδέχεται μία ή περισσότερες άλλες ερμηνείες δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής, οσάκις καμία από τις άλλες αυτές ερμηνείες δεν φαίνεται να είναι αρκούντως πειστική για το οικείο εθνικό δικαστήριο, ιδίως υπό το πρίσμα του πλαισίου και του σκοπού της εν λόγω διατάξεως, καθώς και του κανονιστικού συστήματος στο οποίο αυτή εντάσσεται (σκέψη 48). Εντούτοις, οσάκις δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας λαμβάνει γνώση της υπάρξεως αποκλίνουσας νομολογίας -μεταξύ δικαστηρίων του ίδιου κράτους μέλους ή μεταξύ δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών- σχετικά με την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης έχουσας εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, οφείλει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικό κατά την τυχόν εκτίμηση ότι δεν υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθή ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον σκοπό της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης (σκέψη 49). Τέλος, χωρίς να αναφέρεται ρητώς σε υποχρέωση αιτιολόγησης, αυτή προκύπτει σαφώς από τη συλλογιστική του Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι, σε περίπτωση μη υποβολής προδικαστικής παραπομπής, ανεξαρτήτως του αν οι διάδικοι έχουν υποβάλει ή όχι σχετικό αίτημα, «από το σκεπτικό της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου του πρέπει να προκύπτει είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα του δικαίου της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς είτε ότι η ερμηνεία της επίμαχης διάταξης του δικαίου της Ένωσης βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, είτε ότι, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής για το εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας» (σκέψη 51) [3]. Καθιέρωσε, δηλαδή, υποχρέωση αιτιολόγησης της άρνησης υποβολής προδικαστικής παραπομπής, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε πρωτοβουλίας των διαδίκων, ασχέτως δηλαδή του αν έχουν οι ίδιοι οι διάδικοι ζητήσει ή όχι την υποβολή [4].

3. Με την απόφαση KUBERA (C-144/23), το Δικαστήριο κλήθηκε, για πρώτη φορά από την έκδοση της απόφασης Consorzio, να ερμηνεύσει την υποχρέωση αιτιολόγησης. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να εμποδίζουν δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να αξιολογήσει αν είναι υποχρεωμένο να υποβάλλει προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 267(3) ΣΛΕΕ. H υπόθεση αφορούσε εθνική δικονομική ρύθμιση βάσει της οποίας παρέχεται άδεια προς άσκηση αναιρέσεως ενώπιον ανωτάτου δικαστηρίου κράτους μέλους όταν εγείρεται σημαντικό νομικό ζήτημα για την ασφάλεια δικαίου, την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου ή την εξέλιξή του. Πρόκειται, δηλαδή για ένα σύστημα διαλογής ή «φιλτραρίσματος» των ενδίκων μέσων, όπως αυτό που εισήγαγε ο Ν. 3900/2010 στη δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την αίτηση αναίρεσης και την ακυρωτική έφεση. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της αίτησης παροχής άδειας προς άσκηση αναίρεσης, ο διάδικος υποβάλλει και αίτημανα υποβληθεί στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την υποχρέωση του ανώτατου εθνικού δικαστηρίου να εξετάσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την παροχή άδειας προς άσκηση αναιρέσεως, εάν πρέπει να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα επί ζητήματος ερμηνείας ή κύρους διάταξης του δικαίου της Ένωσης το οποίο προβλήθηκε προς στήριξη της αίτησης αυτής. Έκρινε επίσης ότι το δικαστήριο αυτό οφείλει να εκθέσει, στην απόφαση με την οποία απορρίπτει αίτηση για την παροχή άδειας προς άσκηση αναιρέσεως, η οποία περιλαμβάνει αίτημα υποβολής στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διάταξης του ενωσιακού δικαίου, τους λόγους για τους οποίους δεν υποβάλλει αίτηση προδικαστικής απόφασης. Ειδικότερα, αφού έκρινε ότι συγκεκριμένος τύπος διαδικασίας άδειας προς άσκηση αναίρεσης δεν απαλλάσσει το εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας από την υποχρέωση να εξετάσει αν είναι υποχρεωμένο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την υποχρέωση αιτιολόγησης, όπως αυτή διατυπώθηκε στη σκέψη 51 της απόφασης Consorzio. Απαίτησε να αιτιολογείται  η άρνηση υποβολής προδικαστικής παραπομπής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας CILFIT.

4. Επομένως, η μέχρι την απόφαση Remling νομολογία επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια τελευταίου βαθμού την υποχρέωση να αιτιολογούν, υπό το πρίσμα των περιπτώσεων της απόφασης CILFIT, γιατί αποφάσισαν να μην υποβάλουν στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης. Η εν λόγω αιτιολόγηση επιβάλλει να εξηγείται σαφώς γιατί το δίκαιο της Ένωσης δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω, ή γιατί η υφιστάμενη νομολογία του Δικαστηρίου επιλύει τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης (« acte éclairé ») ή γιατί το δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας εκτιμά ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία (« acte clair»). Με άλλα λόγια, δεν αρκεί απλώς να αναφέρεται ότι συντρέχει μία εκ των τριών περιπτώσεων της απόφασης CILFIT, αλλά, επιπλέον, το δικαστήριο οφείλει να διευκρινίζει γιατί συμβαίνει αυτό.

5. Στα παραπάνω, η πρόσφατη απόφαση Remling προσθέτει μια νέα πτυχή. Εξετάζει το ζήτημα αν η ρητή αιτιολόγηση είναι επίσης αναγκαία και σε περιπτώσεις στις οποίες το εθνικό δίκαιο παρέχει στα δικαστήρια τη δυνατότητα να αποφαίνονται επί ορισμένων ειδών υποθέσεων με συνοπτική αιτιολογία. Επίσης, επιβάλλει την υποχρέωση αιτιολόγησης της άρνησης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος και στην περίπτωση που οι διάδικοι έθεσαν μεν θέμα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διάταξης του ενωσιακού δικαίου χωρίς ωστόσο να ζητήσουν ρητώς την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος. Επιπλέον, η απόφαση αναλύει περαιτέρω τη σχέση μεταξύ του άρθρου 267 εδ. 3 ΣΛΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη. Με την απόφαση Remling, το Δικαστήριο δίνει στη σχέση αυτή συγκεκριμένο δικονομικό περιεχόμενο, αντιμετωπίζοντας την άρνηση προδικαστικής παραπομπής ως απόφαση που πρέπει να ικανοποιεί τις επιταγές μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης η οποία παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα να κατανοήσουν και, ενδεχομένως, να αμφισβητήσουν την εκτίμηση του ενωσιακού δικαίου. Η απόφαση διευκρινίζει, επομένως, τις δικονομικές προϋποθέσεις που διέπουν την άρνηση προδικαστικής παραπομπής, ενώ επιβεβαιώνει τον κομβικό ρόλο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου. Με την απόφαση Remling, ενδέχεται να καταστεί δυσκολότερο να συμβιβαστούν οι δικονομικοί μηχανισμοί συνοπτικής αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης με το ενωσιακό δίκαιο, όταν αποκρύπτουν την εκτίμηση του δικαστηρίου σχετικά με ζητήματα του δικαίου αυτού.

6. Σημειώνεται ότι την υποχρέωση αιτιολόγησης της άρνησης υποβολής προδικαστικής παραβολής επιβάλλει και η νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, υπό το πρίσμα όμως του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ. Κατά τη νομολογία αυτή, το εθνικό δικαστήριο υπέχει υποχρέωση αιτιολόγησης της άρνησης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος μόνον εάν ο διάδικος έχει ζητήσει από το εθνικό δικαστήριο την υποβολή τέτοιου ερωτήματος. Tο ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι έχει το ίδιο την αρμοδιότητα να εξακριβώσει αν το σκεπτικό των εθνικών δικαστικών αποφάσεων εκθέτει με σαφήνεια «τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν ότι το ερώτημα δεν είναι λυσιτελές, ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ ή ότι η ορθή εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου επιβάλλεται τόσο προδήλως ώστε δεν αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία».  Για παράδειγμα, στην απόφασή του Γεωργίου κατά Ελλάδας (no. 57378/18), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα ελληνικά δικαστήρια παραβίασαν το δικαίωμα του αιτούντος σε δίκαιη δίκη. Ειδικότερα, ο αιτών ισχυρίστηκε ότι ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημά του για προδικαστική παραπομπή νομικού ζητήματος στο ΔΕΕ, προκειμένου το τελευταίο να ερμηνεύσει κρίσιμες για την υπόθεση και την ποινική καταδίκη του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ διατάξεις του Κώδικα Ορθής Πρακτικής για τις Ευρωπαϊκές Στατιστικές, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός από το ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι έλαβε χώρα παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Όπως συμβαίνει με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, έτσι και δυνάμει του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων τελευταίου βαθμού να αιτιολογούν, υπό το πρίσμα των περιπτώσεων της νομολογίας CILFIT, τις αποφάσεις τους περί μη υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως συνδέεται κατ’ ουσίαν με το δικαίωμα του διαδίκου να κατανοεί τους λόγους για τους οποίους ο νόμος εφαρμόστηκε με ορισμένο τρόπο στην υπόθεση χωρίς προδικαστική παραπομπή. O δικαιολογητικός λόγος της υποχρέωσης αιτιολόγησης από την οπτική του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη είναι να παρέχεται στον διάδικο η δυνατότητα να κατανοεί το σκεπτικό της απόφασης, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης περί μη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, γεγονός το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα του εν λόγω διαδίκου σε δίκαιη δίκη [5].

7. Το ΔΕΕ, όμως, κάνει ένα βήμα παραπάνω, δεχόμενο ότι το εν λόγω δικαίωμα κατανόησης των λόγων για τους οποίους δεν υποβλήθηκε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υπό το πρίσμα των περιπτώσεων της νομολογίας CILFIT θα πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται σε κάθε περίπτωση η οποία συνεπάγεται πιθανή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, ανεξάρτητα από το αν κάποιος διάδικος έχει ζητήσει ή όχι την υποβολή αίτησης προδικαστικής απόφασης. Όπως υπογραμμίζει το ΔΕΕ, η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων, των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε έφεση, να εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι ισχύει μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit, επιβάλλεται από τη στιγμή που ένα από τα μέρη επικαλείται το δίκαιο της Ένωσης, ανεξάρτητα από το αν το εν λόγω μέρος ζητά ή όχι την υποβολή προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο. Η υποχρέωση αυτή μπορεί μάλιστα να είναι ανεξάρτητη από την επιχειρηματολογία των διαδίκων, όταν το ζήτημα της ερμηνείας ή της εγκυρότητας του δικαίου της Ένωσης τίθεται αυτεπαγγέλτως από το εθνικό δικαστήριο. Επομένως, οι δικαιολογητικοί λόγοι της επιβολής της υποχρέωσης αιτιολόγησης στα δικαστήρια τελευταίου βαθμού διαφέρουν ανάλογα με το αν θα εξεταστούν από την οπτική του άρθρου 267 ΣΛΕΕ ή από την οπτική του άρθρου 47 του Χάρτη. Σε αντίθεση με τον δικαιολογητικό λόγο από την οπτική του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ο οποίος απορρέει από αντικειμενικές εκτιμήσεις που αποσκοπούν στη διασφάλιση δημόσιου συμφέροντος το οποίο έγκειται στην ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, ο δικαιολογητικός λόγος από την οπτική του άρθρου 47 του Χάρτη απορρέει από υποκειμενικές εκτιμήσεις, οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη του διαδίκου ο οποίος ζήτησε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος. Το άρθρο 47 δεν παρέχει στα μέρη το δικαίωμα να επιτύχουν την παραπομπή, αλλά εγγυάται απλώς ότι η άρνηση θα αιτιολογηθεί κατάλληλα.

8. Mε άλλα λόγια, η προσέγγιση της Ένωσης διαφέρει από εκείνη της ΕΣΔΑ: αν και το ΕΔΔΑ υποστηρίζει πράγματι την προδικαστική παραπομπή όταν αυτή ζητείται από ένα διάδικο και απορρίπτεται συνοπτικά από τον εθνικό δικαστή, το Δικαστήριο αυτό δεν ενδιαφέρεται για την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής αυτή καθεαυτή που απορρέει από το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ (ούτε κατοχυρώνει «δικαίωμα προδικαστικής παραπομπής» που θα απορρέει από το άρθρο 6, § 1 ΕΣΔΑ). Αντίθετα, το ΔΕΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του στις υποθέσεις Consorzio και KUBERA, είχε τη δυνατότητα, λαμβάνοντας υπόψη τον θεμελιώδη ρόλο της προδικαστικής παραπομπής στο δικό του νομικό σύστημα, να υιοθετήσει μια αυστηρότερη λύση απαγόρευσης της συνοπτικής αιτιολόγησης των αρνήσεων υποβολής προδικαστικών παραπομπών. Η λύση αυτή παραμερίζει την αρχή της δικονομικής αυτονομίας για προφανείς λόγους που ανάγονται στην απαραίτητη ομοιομορφία της πρακτικής της προδικαστικής παραπομπής και με την αποτελεσματικότητα της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ για τα ανώτατα δικαστήρια. Έτσι, λοιπόν, το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη δεν αρκεί για να θεμελιώσει την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων που αποφαίνονται σε τελικό βαθμό να αιτιολογήσουν την άρνησή τους να υποβάλουν προδικαστική παραπομπή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη είναι δικαίωμα των διαδίκων, ενώ η προδικαστική παραπομπή είναι, όπως υπενθυμίζει το ΔΕΕ, διάλογος μεταξύ δικαστών, η κίνηση του οποίου εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την εκτίμηση του παραπέμποντος δικαστηρίου ως προς τη συνάφεια και την αναγκαιότητα της εν λόγω παραπομπής.

9. Λαμβανομένης υπόψη της νεότερης νομολογίας του ΔΕΕ, ανακύπτει το ερώτημα αν η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 1918-1920/2025 να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα για την ερμηνεία κρίσιμων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου (βλ. σκέψεις 31 και 32 της ΣτΕ Ολ 1918/2025) [6], παρά την ύπαρξη ισχυρής μειοψηφίας που ζητούσε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος [7], πληροί τις επιταγές της απόφασης Remling

ΙΙ. Oι κυριότερες σκέψεις της απόφασης Remling

i. Η υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής

19. H διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιοδοτικού συστήματος που θεσπίζουν οι Συνθήκες. Πράγματι, η διαδικασία αυτή καθιερώνει διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ενότητας της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής διασφαλίζει τη συνοχή, την πλήρη αποτελεσματικότητα και τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του δικαίου της Ένωσης, καθώς και την αυτονομία του νομικού συστήματος της Ένωσης, τον σεβασμό του οποίου εγγυάται το Δικαστήριο [πρβλ. γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 176, και απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 33].

20. Εφόσον δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο του εσωτερικού δικαίου κατά της αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό υποχρεούται, κατ’ αρχήν, όταν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή κύρους πράξης του παράγωγου δικαίου, να το παραπέμψει στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 32, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 34).

21. Η υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να υποβάλλουν στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας η οποία έχει θεσπιστεί προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής και της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών, μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, υπό την ιδιότητά τους ως δικαστηρίων που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, και του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχομένου διαμόρφωσης στα κράτη μέλη εθνικής νομολογίας μη συμβατής με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (αποφάσεις της 24ης Μαΐου 1977, Hoffmann-La Roche, 107/76, EU:C:1977:89, σκέψη 5, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 35).

ii. Προϋποθέσεις απαλλαγής από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής

22. Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον εάν συντρέχει περίπτωση που να αντιστοιχεί σε μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit. Τα εν λόγω εθνικά δικαστήρια οφείλουν, επομένως, να αξιολογούν, με ιδία ευθύνη, κατά τρόπο ανεξάρτητο και με όλη την απαιτούμενη προσοχή, αν υποχρεούνται να παραπέμψουν στο Δικαστήριο ζήτημα σχετικό με το δίκαιο της Ένωσης που έχει ανακύψει ενώπιόν τους ή αν, αντιθέτως, μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αυτή, στο μέτρο που τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit (πρβλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψεις 36 και 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23. Συναφώς, από το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, προκύπτει ότι, οσάκις εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα εκτιμά ότι συντρέχει μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit και κρίνει, κατά συνέπεια, ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, από το σκεπτικό της αποφάσώς του πρέπει να προκύπτει [α] είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης δεν είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, [β] είτε ότι η ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως του δικαίου της Ένωσης βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, [γ] είτε ότι, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής για το δικαστήριο αυτό ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας (αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 51, και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 62).

24. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους λειτουργίας που επιτελεί η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ στην έννομη τάξη της Ένωσης, εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα δεν μπορεί να απορρίψει ισχυρισμούς με τους οποίους εγείρεται ζήτημα σχετικό με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεως του δικαίου της Ένωσης χωρίς προηγουμένως να εκτιμήσει αν υποχρεούται να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως για το ζήτημα αυτό ή αν τούτο εμπίπτει σε μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit.Συνακόλουθα, όταν το εν λόγω δικαστήριο αποφασίζει να μην υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο βάσει μίας από τις ως άνω εξαιρέσεις, η απόφαση αυτή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ήτοι να εκθέτει, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, τους λόγους για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής η συγκεκριμένη εξαίρεση.

25. Η ερμηνεία αυτή δεν ανατρέπει τη νομολογία που απορρέει από τις αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2017, Aquino (C‑3/16, EU:C:2017:209, σκέψη 56), και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 61), κατά την οποία εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα δύναται να μην υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο για λόγους απαραδέκτου απτόμενους της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA, C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψη 47).

26. Εκτός από την ανωτέρω περίπτωση, η απόρριψη μέσου ένδικης προστασίας βάσει συνοπτικής αιτιολογίας, η οποία εξαντλείται στη διαπίστωση ότι πληρούνται εν προκειμένω οι προβλεπόμενες στην εθνική ρύθμιση προϋποθέσεις για τη χρήση μιας τέτοιας αιτιολογίας, δεν εκπληρώνει την υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν ότι στην ενώπιόν τους διαφορά τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit, η οποία δικαιολογεί τη μη υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.

iii. H σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ: υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής ή αιτιολόγησης της άρνησης μόνον κατόπιν σχετικού αιτήματος διαδίκου

27. Το ΕΔΔΑ έκρινε, μεταξύ άλλων με την απόφαση της 24ης Απριλίου 2018, Baydar κατά Κάτω Χωρών(CE:ECHR:2018:0424JUD005538514, § 20, 48 και 51), ότι δεν συνέτρεχε λόγος να κηρυχθεί αντίθετη προς τις διατάξεις της ΕΣΔΑ ολλανδική ρύθμιση, η οποία παρείχε τη δυνατότητα στο Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) να απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως βάσει συνοπτικής αιτιολογίας.

28. Τούτου δοθέντος, η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία αναπτύχθηκε υπό το πρίσμα του σεβασμού του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, περιορίζεται στην περίπτωση κατά την οποία το επιληφθέν δικαστήριο καλείται ρητώς από διάδικο να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Όπως έχει διευκρινίσει το ΕΔΔΑ, το δικαίωμα σε αιτιολογημένη απόφαση εξυπηρετεί τον γενικό κανόνα που καθιερώνει η ΕΣΔΑ περί προστασίας των προσώπων από την αυθαιρεσία, ως μέσο απόδειξης για την ακρόαση όλων των διαδίκων και κατοχύρωσής τους για το ότι θα λάβουν απάντηση στις παρατηρήσεις τους και ότι θα κατανοούν τη δικαστική απόφαση. Επιπλέον, στο μέτρο που η ΕΣΔΑ δεν εγγυάται το δικαίωμα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο, οι διάδικοι μπορούν, ως κατοχύρωση κατά της αυθαιρεσίας, να αναμένουν στο σκεπτικό αποφάσεως την απάντηση του εθνικού δικαστηρίου, μόνον εφόσον έχουν υποβάλει παρατηρήσεις ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου με αίτημα περί παραπομπής. Ως εκ τούτου, ελλείψει τέτοιου αιτήματος και ρητού σκεπτικού, το ΕΔΔΑ εκτιμά ότι το γεγονός ότι ένα δικαστήριο, χωρίς να παραθέσει σκεπτικό, δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Δεκεμβρίου 2025, Gondert κατά Γερμανίας, (CE:ECHR:2025:1216JUD003470121, § 42), αποφάσεις του ΕΔΔΑ, της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, Ullens de Schooten και Rezabek κατάΒελγίου (CE:ECHR:2011:0920JUD000398907, § 62), της 8ης Απριλίου 2014, Dhahbi κατά  Ιταλίας (CE:ECHR:2014:0408JUD001712009, § 31), και της 30ής Απριλίου 2019, Repcevirág Szövetkezet κατά  Ουγγαρίας (CE:ECHR:2019:0430JUD007075014, § 50).

iv. Η νομολογία του ΔΕΕ: υποχρέωση αιτιολόγησης της μη παραπομπής αφής ο διάδικος επικαλείται το δίκαιο της Ένωσης ή σε περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής του

29. Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα να εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους εκτιμούν ότι στην ενώπιόν τους διαφορά συντρέχει μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit επιβάλλεται αφ’ ης στιγμής ένας από τους διαδίκους στην ως άνω διαφορά επικαλείται το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς να ασκεί συναφώς επιρροή αν ο διάδικος ζητεί την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο. Πράγματι, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται σε διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων, του οποίου η έναρξη εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου ως προς τη λυσιτέλεια και την αναγκαιότητα της εν λόγω αιτήσεως (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 42), χωρίς να απαιτείται σχετικό αίτημα των διαδίκων. Κατά συνέπεια, για να έχει εφαρμογή η ως άνω υποχρέωση αιτιολογήσεως, αρκεί ένας από τους διαδίκους της επίμαχης διαφοράς να έχει επικαλεσθεί το δίκαιο της Ένωσης, χωρίς απαραιτήτως να απαιτείται από αυτόν, επιπλέον, να έχει διατυπώσει ρητώς αίτημα περί προδικαστικής παραπομπής.

30. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 267, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με την πρόβλεψη της δυνατότητας να επιληφθεί προδικαστικώς το Δικαστήριο όταν δικαστήριο κράτους μέλους «ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση», δεν περιορίζει την εν λόγω δυνατότητα προδικαστικής παραπομπής μόνον στις περιπτώσεις στις οποίες ένας από τους διαδίκους στην επίμαχη διαφορά ανέλαβε την πρωτοβουλία να θέσει ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ένωσης, αλλά καλύπτει εξίσου τις περιπτώσεις στις οποίες τέτοιο ζήτημα εγείρεται αυτεπαγγέλτως από το εθνικό δικαστήριο το οποίο κρίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981, Salonia, 126/80, EU:C:1981:136, σκέψη 7, της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 9, και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Fédération Cynologique Internationale, C‑561/11, EU:C:2013:91, σκέψη 30).

31. Ως εκ τούτου, η εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως επιβάλλεται επίσης σε εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα στην περίπτωση κατά την οποία, καίτοι οι διάδικοι δεν επικαλέσθηκαν το δίκαιο της Ένωσης, εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο, δυνάμει του εθνικού του δικαίου (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, van Schijndel και van Veen, C‑430/93 και C‑431/93, EU:C:1995:441, σκέψεις 13, 14 και 22, και της 12ης Φεβρουαρίου 2008, Kempter, C‑2/06, EU:C:2008:78, σκέψη 45) ή δυνάμει του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro, C‑168/05, EU:C:2006:675, σκέψη 38, και της 17ης Μαΐου 2022, Ibercaja Banco, C‑600/19, EU:C:2022:394, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), έχει την ευχέρεια ή την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τους νομικούς ισχυρισμούς που αφορούν δεσμευτικό κανόνα του δικαίου της Ένωσης.

v. Υποχρέωση έκθεσης των λόγων μη υποβολής προδικαστικής παραπομπής και στο πλαίσιο συνοπτικής αιτιολογίας της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου

32. Συνακόλουθα, όταν κράτος μέλος επιτρέπει στο εν λόγω δικαστήριο να χρησιμοποιεί συνοπτική αιτιολογία, προς τον σκοπό διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης χάρη στη συντόμευση της διάρκειας των ενδίκων διαδικασιών και την παροχή στο δικαστήριο αυτό της ευχέρειας να αφιερώνει κατ’ ουσίαν τους πόρους του στην επίλυση των υποθέσεων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη διασφάλιση της ενότητας και της συνοχής του δικαίου, θα πρέπει, εντούτοις, στη συνοπτική αυτή αιτιολογία να εκτίθενται επίσης, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, οι λόγοι για τους οποίους το ίδιο δικαστήριο εκτιμά ότι στο πλαίσιο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί τυγχάνει εφαρμογής μία εκ των τριών εξαιρέσεων Cilfit και ότι, ως εκ τούτου, δικαιολογείται η μη υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.

33. Η ως άνω υποχρέωση θεωρείται ότι εκπληρώνεται όταν εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα αναφέρει ρητώς ότι προτίθεται να υιοθετήσει το σκεπτικό του κατώτερου δικαστηρίου στην επίμαχη διαφορά, εφόσον το κατώτερο δικαστήριο έχει εκθέσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα του δικαίου της Ένωσης δεν ήταν κρίσιμο, είτε ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης είχε ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, είτε ότι η ερμηνεία αυτή παρίστατο τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας.

34.  Πέραν της περίπτωσης αυτής, η αιτιολογία την οποία οφείλουν να παρέχουν τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στις πραγματικές και νομικές περιστάσεις της επίδικης διαφοράς και να εκθέτει, σε κάθε περίπτωση, τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους τα δικαστήρια αυτά εκτιμούν ότι δεν συντρέχει λόγος υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.

 vi. Διαβάθμιση της έκτασης και έντασης της αιτιολογίας ανάλογα με τη συντρέχουσα περίπτωση CILFIT

35.  Όσον αφορά την ειδική και συγκεκριμένη αιτιολογία σχετικά με τη συνδρομή μίας από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit, θα πρέπει, ωστόσο, κατά κανόνα, να μπορεί να είναι σύντομη όταν εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα εκτιμά ότι τα προς υποβολή ερωτήματα που του προτείνονται από έναν ή περισσότερους διαδίκους στην επίμαχη διαφορά είναι άνευ σημασίας για την επίλυση της διαφοράς αυτής, ήτοι όταν η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, οποιαδήποτε και αν είναι, δεν ασκεί καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψη 10).

36. Ομοίως, όταν το ανακύψαν ζήτημα ταυτίζεται κατ’ ουσίαν προς ζήτημα που αποτέλεσε ήδη αντικείμενο προδικαστικής αποφάσεως σε ανάλογη περίπτωση ή, κατά μείζονα λόγο, στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1963, Da Costa κ.λπ., 28/62 έως 30/62, EU:C:1963:6, σκέψεις 75 και 76, της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit, 283/81, EU:C:1982:335, σκέψεις 13 και 14, και της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 36), η απλή παραπομπή στη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί να δικαιολογήσει την άρνηση προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο. Εντούτοις, σε περίπτωση που τα επίδικα ζητήματα δεν ταυτίζονται απολύτως, εάν το επίμαχο νομικό ζήτημα επιλύεται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του είδους των διαδικασιών από τις οποίες προέκυψε η νομολογία αυτή, ενδέχεται να απαιτείται εκτενέστερη αιτιολογία προκειμένου να δικαιολογηθεί η άρνηση προδικαστικής παραπομπής.

37. Τέλος, κατά κανόνα, εκτενέστερη αιτιολογία απαιτείται επίσης προκειμένου να αποδειχθεί ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, δεδομένου ότι η εξέταση ενός τέτοιου ενδεχομένου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαίου της Ένωσης, τις ιδιάζουσες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο αποκλίσεων της νομολογίας στο εσωτερικό της Ένωσης. Το εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα πρέπει να εκθέτει, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, γιατί έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξίσου προφανής θα εμφανιζόταν η λύση αυτή στα λοιπά εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα και στο Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi, C‑561/19, EU:C:2021:799, σκέψη 40). Εντούτοις, το εν λόγω εθνικό δικαστήριο δεν οφείλει να αποδείξει εμπεριστατωμένα ότι τα ως άνω λοιπά εθνικά δικαστήρια και το Δικαστήριο θα προέβαιναν στην ίδια ερμηνεία.

Επομένως, το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα μπορεί να αποφανθεί επί ζητήματος που εγείρεται από διάδικο σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ανεξαρτήτως ρητού αιτήματος του διαδίκου για υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, παρέχοντας συνοπτική αιτιολογία για την απόφασή του αυτή, εκτός εάν το εν λόγω δικαστήριο εκθέτει τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους στην οικεία υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής μία από τις τρεις εξαιρέσεις Cilfit.

Υποσημειώσεις

[1]  Επιβάλλεται η επισήμανση ότι οι υπό εξέταση αποφάσεις αφορούν μόνο τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού ή έστω εκείνα των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα και όχι τα κατώτερα δικαστήρια, τα οποία έχουν δυνατότητα και όχι υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής. Είναι ενδιαφέρον ότι ο γενικός εισαγγελέας _F. Capotorti_διευκρίνισε με τις προτάσεις του στην υπόθεση Cilfit (Συλλογή 1982, σ. 3432, ιδίως σ. 3440), ότι «τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού εκδίδουν οριστικές αποφάσεις, μη δυνάμενες να τροποποιηθούν και ικανές να επηρεάσουν τις τάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων της ίδιας χώρας. Με άλλα λόγια, ο “σκληρός πυρήνας” της εθνικής νομολογίας σχηματίζεται από τις αποφάσεις πού εκδίδονται σε τελευταίο βαθμό».

[2] Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον οσάκις διαπιστώνουν ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν ασκεί επιρροή ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία

[3] Ακόμη και πριν από την έκδοση της απόφασης Consorzio, ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot εκτιμούσε ότι η απόφαση CILFIT επέβαλε υποχρέωση αιτιολογήσεως όταν τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού αποφάσιζαν να μην υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Βλ. προτάσεις του στην υπόθεση Ferreira da Silva e Brito κ.λπ. (C‑160/14, ECLI:EU:C:2015:390, σημεία 90 και 94). Για την ανάλυση της απόφασης Consorzio βλ., ενδεικτικά, M. Broberg/Ν. Fenger, «If you love somebody set them free: On the Court of Justice’s revision of the acte clair doctrine», Common Market Law Review,τόμος 59(3), 2022, σ. 711-738· L. Cecchetti/D. Gallo, «The unwritten exceptions to the duty to refer after Consorzio Italian Management II: “CILFIT Strategy” 2.0 and its loopholes», Review of European Administrative Law, τόμος 15(3), 2022, σ. 29-61· I. Maher, «The CILFIT criteria clarified and extended for national courts of last resort under Art. 267 TFEU», European Papers, τόμος 7(1), 2022, σ. 265-274· F.-X. Millet, «Cilfit still fits – ECJ 6 October 2021, Case C‑561/19, Consorzio Italian Management», European Constitutional Law Review, τόμος 18(3), 2022, σ. 533-555· D. Petrić, «How to make a unicorn or “There Never Was An ‘Acte Clair’ in EU Law”: Some Remarks About Case C‑561/19 Consorzio Italian Management», Croatian Yearbook of European Law and Policy, τόμος 17, 2021, σ. 307-328. Για την εξέταση του ζητήματος αν η κρίση περί μη υποβολής προδικαστικής παραπομπής αποτελεί, ή θα έπρεπε να αποτελεί, υποκειμενική κρίση του εθνικού δικαστηρίου η οποία λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της συγκεκριμένης υποθέσεως ή μια πιο αντικειμενική κρίση, η οποία λαμβάνει υπόψη το συμφέρον για ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση Consorzio Italian Management and Catania Multiservizi (C‑561/19, EU:C:2021:291, σημεία 69 έως 87).

[4] Την απόφαση αυτή αξιοποίησε το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφαση ΣτΕ 746/2024, για να μην υποβάλει  προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του Κανονισμού ΕΕ/2017/352, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2017 «για τη θέσπιση πλαισίου όσον αφορά την παροχή λιμενικών υπηρεσιών και κοινών κανόνων για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια των λιμένων»

[5] ΕΔΔΑ 20.9.2011, Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου (3989/07 και 38353/07), ΕΔΔΑ της 26.11.2013, 6459/07, Krikorian κατά Γαλλίας, της 11.4.2019, 50053/16, Harisch κατά Γερμανίας, της 30.4.2019, 57551/17, Ogieriakhi κατά Ιρλανδίας, ΕΔΔΑ της 30.4.2019, 70750/14, Repcevirág Szövetkezet κατά Ουγγαρίας, ΕΔΔΑ της 8.4.2014, 17120/09, Dhahbi κατά Ιταλίας, σκέψεις 32-34, της 21.7.2015, 38369/09, Schipani κ.λπ. κατά Ιταλίας, σκέψεις 70-71, της 16.4.2019, 55092/16, Baltic Master LTD. κατά Λιθουανίας, σκέψεις 41-43. Βλ. J. Krommendij, “OpenSesame!”: Improving Access to the ECJ by Requiring National Courts to Reason their Refusals toRefer, ELRev April1/2017 D. Simon, Cour européenne des droits de l’homme et renvoi préjudiciel, Europe 4/2020, Repère. Eπίσης, J.-B. Sibileau, Exigences du procès équitable et rejet d’une demande de renvoi préjudiciel, AJDA 2020 σ. 1809. Για τη σχετική θεματική βλ. και Β. Τουντόπουλου, Η παράλειψη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΚ κατά το άρθρο 234 (177) ΣυνθΕΚ υπό το πρίμ του άρθρου 6 ΕΣΔΑ, ΔτΑ 2000, σ. 885 και Κ. Μαργαρίτη, Ζητήματα (μη) προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ: μια νομολογιακή προσέγγιση, ΘΠΔΔ 10/2017, σ. 935 (941).

[6] ΣτΕ Ολ 1918/2026, σκέψη 31: Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υποχρεούται σε αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε., δεδομένου ότι το εφαρμοστέο εν προκειμένω δίκαιο της Ένωσης (ανωτέρω διατάξεις ΣΕΕ, ΣΛΕΕ, οδηγία 2006/123/ΕΚ, GATS και Χάρτης) έχει ήδη ερμηνευθεί από το ΔΕΕ είτε με πάγια νομολογία είτε με πρόσφατες αποφάσεις του, μείζονος, μάλιστα, συνθέσεως (πρόκειται, κυρίως, για τις αποφάσεις Επιτροπή κατά Oυγγαρίας, Cilevičs και Kirschtein). Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει εναργώς από τις σκέψεις που προηγήθηκαν, μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του ΔΕΕ Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (αναγνώριση της ελευθερίας ίδρυσης και εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ και, ιδίως, τον Χάρτη, προστασία και του ιδιωτικού πανεπιστημίου ως θεσμού, ερμηνεία της GATS και των επιφυλάξεων), Cilevičs (αρμοδιότητα κρατών μελών στον τομέα της εκπαίδευσης εν σχέσει προς την ελευθερία εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και Kirschtein (ερμηνεία της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με την οδηγία 2006/123/ΕΚ) των ετών 2020, 2022 και 2019, αντιστοίχως, επιλύθηκε από το ΔΕΕ το σύνολο των ζητημάτων, που άπτονται της ελευθερίας εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των επιτρεπόμενων περιορισμών της και είναι κρίσιμα για την ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος εν σχέσει προς το ενωσιακό δίκαιο και, συνεπώς, για την επίλυση της κρινόμενης διαφοράς. Ειδικότερα, από τη νομολογία του ΔΕΕ, που παρατίθεται στις προηγούμενες σκέψεις, προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις για την ελευθερία εγκατάστασης και στην εκπαίδευση και, μάλιστα, στην ανώτατη, η οποία δεν εκφεύγει της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης (σκ. 10), ότι, ειδικότερα, στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ κατοχυρώνεται η ελευθερία εγκατάστασης σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από υπήκοο ενός κράτους μέλους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (σκ. 11). Επίσης, πάγια είναι η νομολογία του ΔΕΕ ότι, κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ για την ελευθερία εγκατάστασης, αποτελεί περιορισμό κάθε εθνικό μέτρο, το οποίο, ακόμα και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, απαγορεύει, παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση από τους πολίτες της Ένωσης, της ελευθερίας εγκατάστασης που κατοχυρώνει η Συνθήκη (σκ. 11). Υφίσταται, επίσης, νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με την έννοια της αρχής του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας (σκ. 12). Εξάλλου, από τη νομολογία του ΔΕΕ σαφώς προκύπτει ότι η απόλυτη απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικής σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί περιορισμό του δικαιώματος εγκατάστασης υποκείμενο στον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας (σκ. 11). Υφίσταται, ομοίως, νομολογία του ΔΕΕ για την οδηγία 2006/123/ΕΚ, με την οποία ερμηνεύεται το περιεχόμενο της ελευθερίας εγκατάστασης, παρέχονται κριτήρια για τον έλεγχο της συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο των τιθέμενων περιορισμών, γίνεται δεκτό ότι σε αυτήν εμπίπτουν οι υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καθώς, επίσης, και περί του ότι με την οδηγία επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας εγκατάστασης σε αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις (σκ. 14 ).

[7] ΣτΕ Ολ 1918/2025, σκέψη 33: Εν προκειμένω, η αποστολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. καθίσταται επιβεβλημένη, διότι, εν πάση περιπτώσει, η ερμηνεία σε σχέση με το ζήτημα παραβιάσεως της ελευθερίας εγκαταστάσεως από σύστημα ανώτατης εκπαιδεύσεως που παρέχεται αποκλειστικά από ν.π.δ.δ., δεν είναι προφανής ούτε απαλλαγμένη εύλογων αμφιβολιών, λαμβανομένων υπ’ όψιν τόσο των προαναφερομένων αποφάσεων Δ.Ε.Κ. C-147/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος και ΠΕΚ Τ-16/90, Παναγιωτοπούλου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και της παρούσας μειοψηφίας οκτώ (8) μελών του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι υποχρεωμένο να διατυπώσει προς το Δ.Ε.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 267 Σ.Λ.Ε.Ε., προδικαστικό ερώτημα (βλ. Δ.Ε.Ε. Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως, απόφαση της 6.10.2021, C-561/19, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi SpA κατά Rete Ferroviaria Italiana SpA σκ. 33 επ., Δ.Ε.Ε. απόφαση της 4ης.10.2018, C-416/17, Επιτροπή κατά Γαλλίας σκ. 105-114). Η διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, κατά τη μειοψηφήσασα γνώμη, πρέπει να είναι η ακόλουθη: «Έχουν τα άρθρα 49 της Σ.Λ.Ε.Ε. και 13, 14 και 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ερμηνευόμενα υπό το φως του άρθρου 165 της Σ.Λ.Ε.Ε. και του προσαρτηθέντος στην εν λόγω Συνθήκη Πρωτοκόλλου 26, την έννοια ότι υποχρεώνουν κράτος μέλος, στο οποίο έχει θεσπισθεί σύστημα οργανώσεως ανώτατης εκπαιδεύσεως, το οποίο παρέχεται αποκλειστικά από το Κράτος, κατά κύριο λόγο δωρεάν, και από δημόσιους λειτουργούς, χρηματοδοτείται δε από δημόσιους πόρους, να επιτρέψει την εγκατάσταση στην επικράτειά του και μη κρατικών φορέων, για την παροχή από αυτούς ανώτατης εκπαιδεύσεως και τη χορήγηση πτυχίων, με αυτόματη ακαδημαϊκή αναγνώριση, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι τα σχετικά επαγγελματικά δικαιώματα αναγνωρίζονται πλήρως, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης;».