Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Ευγενία Β. Πρεβεδούρου

Mια διδακτική απόφαση του Δ΄Τμήματος: ΣτΕ 605/2026 (ερμηνεία σημαντικών διαδικαστικών κανόνων: αρχή της αμεροληψίας, υποχρέωση αιτιολόγησης, αυτοδέσμευση της διοίκησης)

Mια διδακτική απόφαση του Δ΄Τμήματος: ΣτΕ 605/2026 (ερμηνεία σημαντικών διαδικαστικών κανόνων: αρχή της αμεροληψίας, υποχρέωση αιτιολόγησης, αυτοδέσμευση της διοίκησης)

1.Η απόφαση ΣτΕ 605/2026, της 5μελούς σύνθεσης του Δ΄ Τμήματος, είναι διδακτική από πολλές απόψεις. Πρώτον, περιέχει κρίσιμες σκέψεις για την ερμηνεία βασικών διαδικαστικών κανόνων, ήτοι της αρχής της αμεροληψίας του άρθρου 7 ΚΔΔιαδ και της υποχρέωσης αιτιολογίας του άρθρου 17 ΚΔΔιαδ και του περιεχομένου που αυτή λαμβάνει όταν πρόκειται για ουσιαστικές κρίσεις επί τεχνικών και επιστημονικών ζητημάτων. Δεύτερον, το δικαστήριο ακυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη για δύο λόγους, δηλαδή τόσο για παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογίας, όσο και για παράβαση του κανόνα του άρθρου 7 παρ. 3 ΚΔΔιαδ, ενώ θα αρκούσε για την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης η αποδοχή ενός από αυτούς. Τρίτον, το δικαστήριο διατυπώνει σαφείς εντολές/διαταγές προς τη Διοίκηση, προκειμένου να διευκολύνει τη συμμόρφωσή της προς την ακυρωτική απόφαση. Πρόκειται για απόφαση που εμπλουτίζει τη νομολογία σχετικά με την αρχή της αμεροληψίας και με την υποχρέωση αιτιολόγησης των ατομικών διοικητικών πράξεων. Με την αίτηση ζητήθηκε η ακύρωση α) της απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία ορίσθηκαν ως συντελεστές της εθνικής συμμετοχής στην 61η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση της Μπιενάλε (Biennale) Βενετίας, συγκεκριμένοι καλλιτέχνες, κατά παράλειψη άλλων υποψηφίων, β) του πρακτικού της συνεδρίασης της Επιτροπής του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4481/2017, σχετικά με την αξιολόγηση των προτάσεων που υποβλήθηκαν, και γ) της απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία, αφενός εγκρίθηκε η συμμετοχή της Ελλάδας Biennale, αφετέρου συγκροτήθηκε άμισθη επταμελής γνωμοδοτική επιτροπή, με έργο την αξιολόγηση των προτάσεων που θα υποβληθούν και την παροχή γνωμοδότησης για την επιλογή των συντελεστών της ελληνικής συμμετοχής στην εν λόγω διοργάνωση.

2. Η πρώτη προσβαλλόμενη είναι ατομική πράξη, η δεύτερη αποτελεί απλή γνώμη και η τρίτη είναι κανονιστική πράξη, καθό μέρος εγκρίνει τη συμμετοχή της Ελλάδας στη Έκθεση και ατομική καθό μέρος συγκροτεί την άμισθη γνωμοδοτική επιτροπή, δηλαδή ορίζει τα μέλη της. Από δικονομική σκοπιά, η δεύτερη προσβαλλόμενη δεν αποτελεί εκτελεστή πράξη, αφού είναι γνωμοδότηση, επομένως δεν προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση ακύρωσης. Απαραδέκτως προσβάλλεται και η τρίτη πράξη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αιτούντων.

Ι. Πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας

3. Ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, ο οποίος κυρώθηκε με τον Ν. 2690/1999 (Α΄ 45), ορίζει στο άρθρο 1 («Πεδίο Εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα») ότι οι διατάξεις του «εφαρμόζονται στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στα άλλα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, εκτός αν άλλως ορίζεται σε επιμέρους διατάξεις» (όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 Ν. 4250/2014, Α΄ 74). Εν προκειμένω, ελλείψει ειδικών διατάξεων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΔΔιαδ.

ΙΙ. Αρχή της αμεροληψίας (άρθρο 7 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

Α. Νομοθετική κατοχύρωση

4. Το άρθρο 7 («Αμεροληψία των διοικητικών οργάνων») ορίζει τα εξής: «1. Τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. 2. Τα μονομελή όργανα, καθώς και τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης ή διατύπωση γνώμης ή πρότασης εφόσον: α) η ικανοποίηση προσωπικού συμφέροντός τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης, ή β) είναι σύζυγοι ή συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, κατ’ ευθεία μεν γραμμή απεριορίστως, εκ πλαγίου δε έως και τέταρτου βαθμού, με κάποιον από τους ενδιαφερόμενους, ή γ) έχουν ιδιαίτερο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους. 3. Το όργανο ή το μέλος του συλλογικού οργάνου, εφόσον κρίνει ότι συντρέχει στο πρόσωπό του λόγος που επιβάλλει την αποχή του, οφείλει να το δηλώσει αμέσως στην προϊστάμενη αρχή ή στον προεδρεύοντα του συλλογικού οργάνου, αντιστοίχως, και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια. Στις περιπτώσεις αυτές, η προϊστάμενη αρχή, ή το συλλογικό όργανο, αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν. 4 […]»,

Β. Συνταγματικό έρεισμα – έννοια ιδιάζουσας σχέσης ή του ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο – αίτημα αποχής μέλους – διαδικασία – απόφαση επί του αιτήματος

5. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 7 ΚΔΔιαδ, στις οποίες αποτυπώνεται η αρχή της αμεροληψίας των διοικητικών οργάνων, αποτελούσα ειδική έκφραση της αρχής του Κράτους Δικαίου (βλ. ΣτΕ 2417/2023483/20237μ.), τα διοικητικά όργανα, μονομελή ή συλλογικά, πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης, ώστε να δημιουργείται στους πολίτες πεποίθηση για το αδιάβλητο των πράξεων που εκδίδονται από αυτά. Τούτο μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως όταν υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί ή ιδιάζουσα σχέση μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο (στοιχείο γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 ΚΔΔιαδ).

6. Για τη στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή του ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση, αλλά πρέπει να προκύπτει, ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, ότι η εν λόγω σχέση παρίσταται πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο, τον οποίο πρόκειται να κρίνει (ΣτΕ 1702/20257μ., 1568/2016). Έχει παγίως κριθεί (ΣτΕ Ολ 676/2005 σκ. 9, 3054/2013 σκ. 5, 2344/2014 7μ. σκ. 21, 374/2016 σκ. 7, 1052/2018 σκ. 5, 60/2020 σκ. 8, 144/2020 σκ. 24, πρβλ. ΣτΕ 3872/2007 σκ. 10) ότι υπόνοια μεροληψίας δεν δημιουργείται από την έκφραση της γνώμης μέλους συλλογικού οργάνου κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

7. Εάν ένα μέλος συλλογικού οργάνου ζητήσει να απέχει από τη διαδικασία λήψης απόφασης επί συγκεκριμένης υπόθεσης επικαλούμενο τη συνδρομή τέτοιων περιστάσεων, το συλλογικό όργανο οφείλει, πριν επιληφθεί της συγκεκριμένης υπόθεσης, να εξετάσει το ζήτημα σε προ ημερησίας διάταξης συζήτηση, απορρίπτοντας ή δεχόμενο αιτιολογημένα την αίτηση αποχής χωρίς τη συμμετοχή του μέλους που έχει υποβάλει δήλωση περί αποχής(ΣτΕ 483/2023 7μ.), η κρίση δε αυτή του οργάνου υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο (ΣτΕ Ολ 992/2021). Τα ανωτέρω ισχύουν, εν προκειμένω, και για τα μέλη της επταμελούς γνωμοδοτικής επιτροπής του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4481/2017, η οποία έχει την αρμοδιότητα υποβολής πρότασης στον Υπουργό Πολιτισμού για την επιλογή των συντελεστών της εθνικής συμμετοχής στη Διεθνή Έκθεση της Μπιενάλε Βενετίας.

ΙΙΙ. Υποχρέωση αιτιολόγησης των ατομικών πράξεων

Α. Νομοθετική κατοχύρωση (άρθρο 17 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας)

8. Το άρθρο 17 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας  θεσπίζει τον κανόνα ότι η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της και να είναι σαφής, ειδική και επαρκής προκύπτουσα από τα στοιχεία του φακέλου. H απόφαση ΣτΕ 605/2026 παραπέμπει σε μια λίαν σημαντική απόφαση του ίδιου τμήματος, την ΣτΕ 1206/2024, η οποία εξειδικεύει την υποχρέωση αιτιολόγησης πράξεων που έχουν εκδοθεί με αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων. Στην απόφαση ΣτΕ 1206/2024, το Δικαστήριο απέρριψε, κατ’ αρχάς, τον ισχυρισμό της Διοίκησης ότι δεν νοείται αιτιολόγηση των ατομικών διοικητικών πράξεων, οι οποίες εκδίδονται βάσει ηλεκτρονικής αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων διότι δεν είναι δυνατή η αμφισβήτηση της επιστημονικής αξιοπιστίας της όλης διαδικασίας. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε αβάσιμος, διότι το ζήτημα που ανακύπτει, καταρχήν, σε περίπτωση αμφισβήτησης ατομικής διοικητικής πράξης εκδιδόμενης εν όλω ή εν μέρει βάσει ηλεκτρονικής αυτοματοποιημένης διαδικασίας δεν συνάπτεται με την τεχνολογική αρτιότητα του οικείου λογισμικού ή του υλικού εξοπλισμού που χρησιμοποιήθηκε στην σχετική διαδικασία, αλλά με την εν γένει νομιμότητα της διοικητικής πράξης, δηλαδή, με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των νομίμων προϋποθέσεων του κανόνα δικαίου που διέπει την έκδοσή της. Η ατομική διοικητική πράξη, ανεξαρτήτως της διαδικασίας έκδοσης, πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της. Έχει δε ο κανόνας αυτός, μεταξύ άλλων, την ειδικότερη έννοια ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας ατομικής διοικητικής πράξης εκδοθείσας εν όλω ή εν μέρει βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων, πρέπει να προκύπτουν από την εκδιδόμενη επί της σχετικής ενστάσεως απόφαση τόσο τα κρίσιμα στάδια των μαθηματικών υπολογισμών στους οποίους προέβη η Αρχή, όσο και τα πραγματικά στοιχεία (μεταβλητές) που ελήφθησαν συναφώς υπόψη, ώστε αφενός μεν ο διοικούμενος να είναι σε θέση να διαπιστώσει εάν τηρήθηκαν στην περίπτωσή του οι προβλεπόμενες από τους οικείους κανόνες δικαίου προϋποθέσεις εξέτασής της, αφετέρου δε ο δικαστής να είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικώς τον σχετικό δικαστικό έλεγχο.

Β. Συνταγματική κατοχύρωση – περιεχόμενο υποχρέωσης αιτιολόγησης – ισχύει επί πράξεων δέσμιας αρμοδιότητας και διακριτικής ευχέρειας – δικαστικός έλεγχος

9. Η υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις ατομικές αποφάσεις της, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 ΚΔΔιαδ, αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου συναπτόμενη με τις αρχές της διαφάνειας και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, αλλά και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

10. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διευκρίνιση ότι «η υποχρέωση αιτιολόγησης καλύπτει όλη τη δράση της διοίκησης κατά την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, ανεξαρτήτως αν συνάπτεται με την άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας ή αρμοδιότητας διακριτικής ευχέρειας». Και ναι μεν δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο οι ουσιαστικές κρίσεις της διοίκησης επί ζητημάτων αμιγώς τεχνικών ή επιστημονικών -δυνάμει της, απορρέουσας από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, απαγορεύσεως υπεισέλευσης της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία η τελευταία είναι αποκλειστικώς αρμόδια (ΣτΕ 3044/2017)- εντούτοις και στην περίπτωση εκφοράς τέτοιων κρίσεων η υποχρέωση αιτιολόγησης παραμένει ενεργή, ο δε όμως εν συνεχεία διενεργούμενος δικαστικός έλεγχος περιορίζεται σε «εξωτερικό» (minimum) έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος περιλαμβάνει, μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας, τον έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κρίσιμων διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας, τον έλεγχο της επάρκειας της αιτιολογίας σε σχέση με τα στοιχεία του φακέλου και την εξέταση ισχυρισμών περί εκφοράς κρίσεων κατά πλάνη περί τα πράγματα από την διοίκηση (σκέψη 9).

11. Το δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι ουσιαστικές κρίσεις της Διοίκησης επί αμιγώς τεχνικών ή επιστημονικών ζητημάτων δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, επαναλαμβάνοντας την πάγια σχετική νομολογία του. Στη συνέχεια, ωστόσο, σχετικοποιεί την παραπάνω διαπίστωση, επισημαίνοντας ότι η υποχρέωση αιτιολογίας παραμένει ενεργή και στην περίπτωση εκφοράς τέτοιων κρίσεων. Συνεχίζει, μάλιστα, κρίνοντας ότι, στην περίπτωση των ουσιαστικών κρίσεων επί τεχνικών και επιστημονικών ζητημάτων, ασκείται «εξωτερικός» έλεγχος νομιμότητας, τον οποίο, για πρώτη φορά, χαρακτηρίζει ως «minimum» έλεγχο, εμπνεόμενο προφανώς από τον contrôle restreint του γαλλικού δικαίου, ο οποίος, όμως, αφορά πράξεις ευρείας διακριτικής ευχέρειας, ως προς τις οποίες ο δικαστής ελέγχει μόνον αν συντρέχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως (erreur manifeste d’appréciation) [βλ., αντί πολλών, J. Petit/L. Frier, Droit administratif, LGDJ, Précis Domat, 2025-2026, αρ. περ. 1093]. Ωστόσο, η αναφορά σε «εξωτερικό» έλεγχο νομιμότητας παραπέμπει, κατ’ αρχήν, σε έλεγχο της αρμοδιότητας του διοικητικού οργάνου και της τήρησης των ουσιωδών τύπων της διαδικασίας έκδοσης της πράξης. Τέτοιος τύπος είναι και η αιτιολογία, μόνον όταν οι διατάξεις που την προβλέπουν απαιτούν την ένταξή της στο σώμα της πράξης. Από τη συνέχεια, όμως της υπό εξέταση σκέψης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αναφέρεται εν προκειμένω στον «εσωτερικό» έλεγχο νομιμότητας που ασκείται μέσω της αιτιολογίας και καταλαμβάνει, πρώτον, την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας, δηλαδή τον έλεγχο της παράβασης κατ’ ουσίαν διάταξης νόμου. Καταλαμβάνει, δεύτερον, την επάρκεια της αιτιολογίας σε σχέση με τα στοιχεία του φακέλου και, τρίτον, την εξέταση ισχυρισμών περί εκφοράς κρίσεων κατά πλάνη περί τα πράγματα από την διοίκηση. Κατά πάγια νομολογία, η πλάνη περί τα πράγματα αφορά την εσωτερική νομιμότητα της πράξης, αφού ανάγεται στη συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής του κανόνα δικαίου που διέπει την επίδικη σχέση και την πράξη που τη ρυθμίζει. Επομένως, ο νομικός χαρακτηρισμός του δικαστικού ελέγχου ως «εξωτερικού», στη σκέψη 9 της απόφασης ΣτΕ 605/2026, δεν φαίνεται απολύτως ακριβής.

12. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν διακρίνει με σαφήνεια πότε η πλημμέλεια της αιτιολογίας αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και πότε παράβαση κατ’ουσίαν διάταξης νόμου.  Αντίθετα, με απόλυτη σαφήνεια απορρέει η διάκριση μεταξύ, αφενός, της υποχρέωσης αιτιολόγησης, που ρυθμίζεται στο άρθρο 296 παρ. 2 ΣΕΕ και 41 παρ. 2 περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που αποτελεί ουσιώδη τύπο [1] και, αφετέρου, του βασίμου της αιτιολογίας, που αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της πράξης, από τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 296 παρ. 2 ΣΕΕ και 41 παρ. 2 περ. γ΄ του Χάρτη αιτιολογία οφείλει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξης και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική του διοικητικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν την έκδοση της πράξης και, στη συνέχεια, το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του [2]. Παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης συντρέχει όταν η αιτιολογία ελλείπει εντελώς ή όταν είναι ανεπαρκής. Έλλειψη αιτιολογίας υφίσταται ακόμη και όταν η επίμαχη πράξη περιέχει ορισμένα στοιχεία αιτιολογίας. Ειδικότερα, μια αντιφατική ή ακατανόητη αιτιολογία ισοδυναμεί με έλλειψη αιτιολογίας. Το ίδιο ισχύει όταν τα στοιχεία της αιτιολογίας μιας πράξης είναι τόσο αποσπασματικά, ώστε να μην παρέχουν καμία δυνατότητα στον αποδέκτη της να κατανοήσει τη συλλογιστική του συντάκτη της [3]. Στο πλαίσιο του ελέγχου τήρησης της υποχρέωσης αιτιολόγησης, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της ουσιαστικής νομιμότητας των αιτιολογικών σκέψεων που προβάλλει το διοικητικό όργανο. Ο έλεγχος αυτός εμπίπτει στο πλαίσιο του λόγου ακύρωσης που ανάγεται στην παράβαση κανόνα δικαίου.

13. Το βάσιμο της αιτιολογίας της πράξης, κατά την ανωτέρω νομολογία, αφορά το αν η αιτιολογία είναι ορθή. Σημαίνει, δηλαδή, ότι η πράξη δεν στηρίζεται σε αναληθή πραγματικά περιστατικά και ότι δεν ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτίμησης ή κατάχρηση εξουσίας. Στο πλαίσιο της εξέτασης του βασίμου της αιτιολογίας, ο δικαστής οφείλει να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των στοιχείων στα οποία στηρίζεται η πράξη, αλλά και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της κατάστασης που ρυθμίζει η πράξη καθώς και αν δύνανται να τεκμηριώσουν τα εξ αυτών συναγόμενα συμπεράσματα [4]. Συνοψίζοντας, η υποχρέωση αιτιολόγησης, στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου, αποτελεί ουσιώδη τύπο ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι το τελευταίο άπτεται της ουσιαστικής νομιμότητας της επίδικης πράξεως. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία μιας πράξης συνίσταται στην επίσημη έκφραση των λόγων στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή. Εάν η αιτιολογία ενέχει σφάλματα, αυτά επηρεάζουν την ουσιαστική νομιμότητα της πράξης, όχι όμως την αιτιολογία της, η οποία μπορεί να είναι επαρκής, μολονότι περιλαμβάνει εσφαλμένους λόγους [5].

IV. Αυτοδέσμευση της Διοίκησης κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας – Παράβαση της υποχρέωσης αιτιολογίας 

14. Το πρακτικό της γνωμοδοτικής επιτροπής αποτελεί την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία ορίσθηκαν οι συντελεστές της εθνικής συμμετοχής στη Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση της Μπιενάλε. Αποτελεί, δηλαδή, τον φάκελο της υπόθεσης, από τον οποίο προκύπτει, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ΚΔΔιαδ, η αιτιολογία της πράξης. Για την άσκηση της γνωμοδοτικής της αρμοδιότητας, η Επιτροπή, προκειμένου να καταστήσει διάφανη τη διαδικασία αξιολόγησης των υποψήφιων προτάσεων και να τηρήσει το ίσο μέτρο κρίσης, διατύπωσε, αυτοδεσμευόμενη, εξαρχής τα κριτήρια, κυρίως καλλιτεχνικής και αισθητικής φύσης, υπό το πρίσμα των οποίων θα προέβαινε στην σχετική αξιολόγηση. [Τα κριτήρια αυτά ήταν: Η πρωτοτυπία της πρότασης και η ποιότητα της παρουσίασης – Το ιστορικό, η εμπειρία και το ιδιαίτερο στίγμα του καλλιτέχνη – Η ευφάνταστη χρήση του περιπτέρου και η αξιοποίηση του χώρου – Η συνάφεια της πρότασης με τον τρέχοντα διάλογο της σύγχρονης τέχνης – Η πρόταση θα πρέπει να είναι αξιομνημόνευτη και να ξεχωρίζει μέσα στο πληθωριστικό πλαίσιο της Μπιενάλε – Η πρόταση θα πρέπει να μπορεί να υλοποιηθεί σε σχέση με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του χώρου του περιπτέρου αλλά και τον διαθέσιμο προϋπολογισμό – Η πρόταση θα πρέπει να έχει πιθανότητες να αποτελέσει το επίκεντρο συζητήσεων στους χώρους της διεθνούς σκηνής της σύγχρονης τέχνης καθώς και του διεθνούς Τύπου.] Με άλλα λόγια, το γνωμοδοτικό όργανο αυτοδεσμεύεται ως προς τα κριτήρια που θα ακολουθήσει κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει. Εν προκειμένω, όμως, κατά την πρώτη συνεδρίαση η επιτροπή προέκρινε 6 εκ των 21 προτάσεων με μόνη αιτιολογία ότι αυτές «συγκεντρώνουν τα περισσότερα θετικά χαρακτηριστικά», χωρίς όμως να προβεί σε αυτοτελή, έστω συνοπτική, αξιολόγηση εκάστης εκ των 15 προτάσεων που δεν προκρίθηκαν στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας της αξιολόγησης. Αντιθέτως, στη δεύτερη συνεδρίαση η επιτροπή διατύπωσε συνοπτική μεν, αλλά αυτοτελή αξιολογική κρίση για κάθε μία εκ των ανωτέρω προκριθεισών 6 προτάσεων (με βάση την ανταπόκρισή τους στα κριτήρια αξιολόγησης που τέθηκαν εξαρχής από την εν λόγω επιτροπή). Υπό τα δεδομένα όμως αυτά, και, ενόψει του ότι δεν έχει διατυπωθεί από τη γνωμοδοτική επιτροπή καμία απολύτως αιτιολογική κρίση, έστω συνοπτικού περιεχομένου, για την μη πρόκριση στο δεύτερο στάδιο της σχετικής διαδικασίας αξιολόγησης της πρότασης των αιτούντων [δηλαδή των απορριφθέντων υποψηφίων], τόσο αυτοτελώς όσο και σε σχέση με τις 6 προτάσεις που προκρίθηκαν στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας, η πρόταση της επιτροπής κατέστη μη νόμιμη ως αναιτιολόγητη ήδη κατά την πρώτη συνεδρίαση, όπως βασίμως προβάλλεται. Συνεπώς, μη νόμιμη και ακυρωτέα κατέστη και η ερειδόμενη σε αυτή προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού.

15. Προσήκει να υπομνησθούν εν προκειμένω οι αποφάσεις ΣτΕ 2357 και 4447/2014 του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες το Δικαστήριο εξέτασε παρεμπιπτόντως «Ανακοίνωση» του Συμβουλίου Ιδρύματος του ΑΠΘ με τον τίτλο «Θέσεις του Συμβουλίου Ιδρύματος (ΣΙ) για τα Κριτήρια Αξιολόγησης των Υποψηφίων Πρυτάνεων του ΑΠΘ». Στην Ανακοίνωση αυτή στηρίχθηκε η κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας ατομική απόφαση του ΣΙ περί επιλογής συγκεκριμένων υποψηφίων πρυτάνεων, η οποία προσβλήθηκε ευθέως. Και εν προκειμένω το Δικαστήριο τόνισε την έλλειψη κανονιστικότητας και εκτελεστού χαρακτήρα των οδηγιών και κατευθυντήριων γραμμών, επισημαίνοντας ότι η «Ανακοίνωση» δεν αποτελεί κανονιστική πράξη θέσπισης νέων κριτηρίων για την ανάδειξη των υποψηφίων προς εκλογή πρυτάνεων, διαφορετικών από τα προβλεπόμενα στον νόμο, αλλά μη εκτελεστή πράξη εξειδικεύσεως των αορίστων εννοιών του «αναγνωρισμένου κύρους» και της «σημαντικής διοικητικής εμπειρίας», με τις οποίες περιγράφονται στον Ν. 4009/2011 τα ουσιαστικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι υποψήφιοι. Η εξειδίκευση αυτή, η οποία συνιστά αυτοδέσμευση του ΣΙ για την τήρηση ενιαίου τρόπου κρίσης κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς του ως προς την ουσιαστική αξιολόγηση των υποψηφίων, κινήθηκε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει ο νόμος με τη χρήση των ανωτέρω αορίστων εννοιών, δεδομένου ότι αναφέρεται σε εύλογες και αναμενόμενες εκφάνσεις και εφαρμογές των προσόντων του «αναγνωρισμένου κύρους» και της «σημαντικής διοικητικής εμπειρίας», τα οποία πρέπει να διαθέτει ο Πρύτανης ως «ακαδημαϊκός ηγέτης» του οικείου ιδρύματος. Tα κριτήρια ελέγχθηκαν παρεμπιπτόντως και κρίθηκε ότι συνάδουν με τον νόμο που παρέχει τη διακριτική ευχέρεια στο διοικητικό όργανο, οπότε η θέσπιση και η εφαρμογή τους δεν θίγουν το κύρος της προσβαλλόμενης πράξης. Σε αυτοδέσμευση της Διοίκησης αναφέρθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην απόφαση ΣτΕ 698/2024, επ’ ευκαιρία αίτησης ακύρωσης κατά απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας – Θράκης, η οποία δεν εκδόθηκε βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης ούτε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με την οποία ορίστηκαν κριτήρια για τον τρόπο υπολογισμού του επιβλητέου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2946/2001, «Υπαίθρια διαφήμιση […]» προστίμου για παραβάσεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2696/1999. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε το ύψος του επιβλητέου προστίμου με κριτήρια την ωφέλιμη επιφάνεια της διαφήμισης σε τετραγωνικά μέτρα [πλην της κατηγορίας πυλώνες μεγάλου ύψους, για την οποία δεν ασκεί επιρροή το μέγεθος] και την ιδιότητα του υποχρέου ως διαφημιστή, αφενός, ή διαφημιζόμενου και μισθωτή του χώρου, αφετέρου. Δεν εισάγεται κανονιστική ρύθμιση αλλά, κατ’ αυτοδέσμευση της διοίκησης, ορίζονται κριτήρια ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας που της έχει παρασχεθεί από τον νόμο για την επιμέτρηση του επιβαλλόμενου προστίμου (πρβλ. ΣτΕ 3572/2014, 3976/2011, 614/2008, 3345/2005).

V. Εξέταση και αποδοχή και του δεύτερου λόγου ακύρωσης που ανάγεται στην παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας

16. Παρόλο που το δικαστήριο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα ως ερειδόμενη στην αναιτιολόγητη γνωμοδότηση, εξέτασε και τον λόγο ακύρωσης περί παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας. Ειδικότερα, δύο μέλη της γνωμοδοτικής επιτροπής, κατά την πρώτη συνεδρίαση, απείχαν μεν από την αξιολόγηση 4 προτάσεων, λόγω του ότι αυτές είχαν υποβληθεί από συναδέλφους τους καθηγητές στην ΑΣΚΤ, ταυτόχρονα όμως συμμετείχαν στην αξιολόγηση των υπολοίπων 17 προτάσεων. Εφόσον, όμως, η διαδικασία επιλογής της καταλληλότερης πρότασης για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στη διεθνή έκθεση Μπιενάλε της Βενετίας προϋποθέτει, αναγκαίως, αξιολογική σύγκριση μεταξύ των συνυποψηφίων καλλιτεχνικών-εικαστικών προτάσεων, τα ανωτέρω μέλη του συλλογικού οργάνου θα όφειλαν, ευλόγως, εφόσον συνέτρεχε περίπτωση, να απέχουν συνολικά και όχι μερικώς από τη διαδικασία αξιολόγησης. Επομένως, η λήψη της απόφασης της επιτροπής κατά την πρώτη συνεδρίαση, όπου προκρίθηκαν μερικές μόνο από τις υποβληθείσες προτάσεις, είναι μη νόμιμη διότι ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και, ως εκ τούτου, υπό μη νόμιμη σύνθεση, όπως βασίμως προβάλλεται. Συνεπώς, μη νόμιμη και ακυρωτέα κατέστη και η ερειδόμενη σε αυτή προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού.

17. Η παραπάνω προσέγγιση του δικαστή, ο οποίος εξέτασε όλους τους λόγους ακύρωσης μη αρκούμενος στο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη λόγω της αποδοχής του πρώτου λόγου και μόνον, συμβάλλει στην οριστική επίλυση όλων των πτυχών της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης. Με την εξέταση του συνόλου των παραδεκτώς προβληθεισών πλημμελειών της πράξης, αποτρέπεται το ενδεχόμενο –μετά την αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση προκειμένου να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση– έκδοσης νέας πράξης που θα φέρει τις πλημμέλειες της αρχικής, οι οποίες δεν εξετάσθηκαν από το δικαστήριο. Επισημαίνεται συναφώς ότι, στη Γαλλία, εφαρμόζεται συχνά ο δικονομικός κανόνας της λεγόμενης «οικονομίας των λόγων ακύρωσης» (économie des moyens): ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης ακύρωσης η οποία στηρίζεται σε περισσότερους λόγους μπορεί να περιοριστεί, για να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ανάδειξη του βασίμου ενός μόνον εξ αυτών. Όταν, ιδίως, πολλοί λόγοι είναι βάσιμοι, ο δικαστής είναι ελεύθερος να δεχτεί τον λόγο ακύρωσης της επιλογής του. Η μέθοδος αυτή παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να εξοικονομήσει χρόνο, αποφεύγοντας να απαντήσει εξαντλητικάστην επιχειρηματολογία του αιτούντος, και να δεχθεί τον λόγο ακύρωσης που θεωρεί τον πλέον σαφή, αποφεύγοντας έτσι να εξετάσει λόγους που μπορεί να τον παρασύρουν σε επικίνδυνα πεδία. Όμως, το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνηγορεί υπέρ του πλήρους ελέγχου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, ο οποίος μπορεί να διαφωτίσει πλήρως τη Διοίκηση ως προς το περιεχόμενο της νομιμότητας. Πράγματι, ο διάδικος δεν μπορεί να αδιαφορεί για τον λόγο στον οποίο ο δικαστής στήριξε την ακύρωση της πράξης, στο μέτρο που ο λόγος αυτός καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα της Διοίκησης να επαναλάβει την ακυρωθείσα πράξη. Το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης καλύπτει όχι μόνο το διατακτικό αλλά και τους λόγους στους οποίους αυτό στηρίζεται. Τούτο σημαίνει ότι, εάν έχουν εντοπιστεί όλες οι πλημμέλειες της πράξης με την εξέταση όλων των λόγων ακύρωσης, απαγορεύεται στη Διοίκηση να εκδώσει νέα πράξη η οποία πάσχει από τις ίδιες πλημμέλειες στις οποίες στηρίχθηκε η ακύρωση. Εάν όμως η πράξη ακυρωθεί λόγω αποδοχής ενός μόνον λόγου ακύρωσης, οι πλημμέλειες που εντοπίζουν οι λοιποί λόγοι δεν εξετάζονται, με συνέπεια να είναι δυνατή η επανεμφάνισή τους στη νέα πράξη που θα εκδώσει η Διοίκηση. Τα μειονεκτήματα της οικονομίας των λόγων ακύρωσης οδήγησαν τον Γάλλο νομοθέτη και τον δικαστή να περιορίσουν την εμβέλειά της σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι πολεοδομικές διαφορές. Για να περιορίσει τη διαδοχική άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά της ίδιας πολεοδομικής άδειας, το άρθρο L-600-4-1 του code de l’urbanisme υποχρεώνει τον δικαστή να απαντήσει στο σύνολο των λόγων ακύρωσης που προβλήθηκαν με το δικόγραφο [6].

18. Όσον αφορά την ελληνική νομολογία, επιβάλλεται να αναδειχθεί η τάση πλήρους ελέγχου νομιμότητας ανυπόστατων πράξεων, προς αποφυγή έκδοσης υποστατών με τις ίδιες νομικές πλημμέλειες. Στο πλαίσιο της προσπάθειας ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου και αποφυγής του ενδεχομένου έκδοσης πράξεων με το περιεχόμενο της ανυπόστατης κανονιστικής, παρατηρείται στην πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η τάση του Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας των ανυπόστατων κανονιστικών πράξεων που ακυρώνει. Διαπιστώνει, δηλαδή, τον λόγο του ανυποστάτου, που είναι, κατά κανόνα, η έλλειψη δημοσίευσης της προσβαλλόμενης πράξης και προβαίνει στην ακύρωσή της, αλλά προχωρεί, στη συνέχεια, και στον πλήρη έλεγχο νομιμότητας του περιεχομένου της, που ενδέχεται να φέρει και άλλα ελαττώματα πλην αυτού που προκάλεσε το ανυπόστατο [αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος ΣτΕ 776/2017 και ΣτΕ 2353/2016, ΣτΕ Ολ 2649/2017, 852-855/2019]. Ειδικότερα, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 2649/2017 ακυρώθηκε η ΚΥΑ σχετικά με τον τύπο, το περιεχόμενο και τη διαδικασία ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Σ.) και οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.), που είναι γνωστές ως δηλώσεις «πόθεν έσχες». Το Δικαστήριο, αφενός, διαπίστωσε ότι η εν λόγω κ.υ.α. «δεν δημοσιεύθηκε πλήρως, δεν απέκτησε νόμιμη υπόσταση και, για τον λόγο αυτόν …πρέπει να ακυρωθεί» [σκέψη 12:η μη συνδημοσίευση των παραμετρικών τιμών και των οδηγιών συμπλήρωσης ηλεκτρονικής δήλωσης καθιστά ανυπόστατη –και, ως τέτοια, ακυρωτέα– την κανονιστική πράξη στο σύνολό της] και, αφετέρου, έκρινε «ότι πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως, λόγω της σπουδαιότητας των τιθεμένων με αυτούς ζητημάτων, τα οποία αφορούν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης κ.υ.α.». To Δικαστήριο, λοιπόν, ακυρώνει την πράξη στο σύνολό της τόσο ως ανυπόστατη όσο και ως μη νόμιμη [βλ. αυστηρή κριτική από Α. Καϊδατζή, ‘Πόθεν έσχες’: Έλεγχος νομιμότητας ανυπόστατης πράξης και αφηρημένος έλεγχος συνταγματικότητας του νόμου, Αρμ. 9/2017˙ στο ίδιο πνεύμα και Χ. Κουρουνδής, Το μετέωρο βήμα του δικαστικού ακτιβισμού: η περίπτωση της ΣτΕ Ολ 2649/2017, ΘΠΔΔ 10/2017, σ. 945. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι εξής αντίφαση στη συλλογιστική του Δικαστηρίου: η ανυπόστατη πράξη δεν υφίσταται στον νομικό κόσμο και, επομένως, δεν τίθεται καν ζήτημα νομιμότητάς της, οπότε το Δικαστήριο προέβη σε έλεγχο νομιμότητας μιας υποθετικής πράξης]. Παρά την αναμφίβολη υπέρβαση κάποιων δογματικών ζητημάτων του διοικητικού δικονομικού δικαίου, όπως το παραδεκτό ενδίκου βοηθήματος κατά μη εκτελεστής πράξης, ο (κατά πλάσμα δικαίου;) έλεγχος νομιμότητας αυτής και η ακύρωση νομικά ανύπαρκτης πράξης, που δεν προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις, η παραπάνω προσέγγιση θα πρέπει να αποτιμηθεί θετικά, ως προάγουσα την αποτελεσματικότητα τόσο της δικαστικής προστασίας όσο και της λειτουργίας της ίδιας της Διοίκησης.

V. Διατύπωση διαταγών/εντολών (injonctions) προς τη Διοίκηση για τη διευκόλυνση της συμμόρφωσής της 

19. Στην απόφαση ΣτΕ 605/2026, το Δικαστήριο διατυπώνει συγκεκριμένες διαταγές/εντολές προς τη Διοίκηση ενόψει συμμόρφωσης προς την ακυρωτική απόφαση. Ειδικότερα, ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού με την οποία ορίσθηκαν ως συντελεστές της εθνικής συμμετοχής στην 61η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση της Biennale Βενετίας συγκεκριμένοι καλλιτέχνες και αναπέμπει την υπόθεση στη γνωμοδοτική Επιτροπή, προκειμένου να επαναληφθεί η διαδικασία αξιολόγησης των υποβληθεισών καλλιτεχνικών προτάσεων. Στη συνέχεια, δίνει συγκεκριμένες οδηγίες στην επιτροπή τόσο για τη σύνθεσή της όσο και για την αιτιολογία της κρίσης της: « επιλαμβανομένη εκ νέου η αρμόδια επιτροπή οφείλει, υπό νόμιμη σύνθεση, να εκφέρει αιτιολογημένη κρίση, έστω και συνοπτική, για όλες τις υποβληθείσες προτάσεις, υπό το πρίσμα των κριτηρίων που θεώρησε ως κρίσιμα για την αξιολόγησή τους». Διευκρινίζει, τέλος, την έννοια του λόγου εξαίρεσης ή αποχής μέλους συλλογικού οργάνου προς διασφάλιση της αμεροληψίας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από την προηγούμενη νομολογία του: «για τη στοιχειοθέτηση λόγου εξαίρεσης ή αποχής μέλους συλλογικού οργάνου δεν αρκεί η οποιαδήποτε συναδελφική ή προσωπική ή επαγγελματική σχέση προς κρινόμενο υποψήφιο, αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται ιδιαίτερος δεσμός, πρόσφορος να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο, τον οποίο πρόκειται να κρίνει». Σε τελική ανάλυση, αποφάσεις χωρίς πολιτικό αντίκρισμα, που αφορούν τον καθημερινό διοικητικό βίο, τη διοικητική καθημερινότητα, συμβάλλουν ουσιαστικά στην εξέλιξη του διοικητικού δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού.

[1] Απόφαση της 22ας Μαρτίου 2001, Γαλλία κατά Επιτροπής, C‑17/99, ECLI:EU:C:2001:178, σκέψη 35.

[2] Ενδεικτικά, αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C‑247/14 P, ECLI:EU:C:2016:149, σκέψη 16 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 11ης Ιουνίου 2020, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Danilo Di Bernardo, C-114/19 P, ECLI:EU:C:2020:457, σκέψη 29. Κατά τη νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας συνιστά λόγο ακύρωσης δημόσιας τάξης, τον οποίον ο δικαστής εξετάζει αυτεπαγγέλτως.

[3] Αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C‑521/09 P, ECLI:EU:C:2011:620, σκέψεις 151168 και 170, της 27ης Οκτωβρίου 2016, Debonair Trading Internacional κατά EUIPO, C‑537/14 P, μη δημοσιευθείσα, ECLI:EU:C:2016:814, σκέψη 36, και της 11ης Ιουνίου 2020, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Danilo Di Bernardo, C-114/19 P, ECLI:EU:C:2020:457, σκέψη 55.

[4] Βλ. πλούσια νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης: αποφάσεις ΔΕΕ της 26ης Μαρτίου 2019, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑621/16 P, ECLI:EU:C:2019:251, σκέψη 104, και της 11ης Νοεμβρίου 2021, Autostrada Wielkopolska κατά Επιτροπής και Πολωνίας, C‑933/19 P, ECLI: EU:C:2021:905, σκέψη 117.

[5] Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 2008, C-413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America, ECLI:EU:C:2008:392, σκέψη 181, της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mayaleh κατά Συμβουλίου, T‑307/12 και T‑408/13, ECLI:EU:T:2014:926, σκέψη 96 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[6] Για διάφορες πτυχές του ζητήματος της ιεράρχησης των λόγων ακύρωσης, βλ. www.prevedourou.gr, Ο ακυρωτικός δικαστής στην υπηρεσία του διαδίκου: ιεράρχηση των λόγων ακύρωσης από τον αιτούντα (με αφορμή την απόφαση CE, sect., 21 décembre 2018, Société Eden (n° 409678).