Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Ευγενία Β. Πρεβεδούρου

Μαθήματα διοικητικού δικαίου από το ΣτΕ: απόφαση ΣτΕ 2257/2025.

Μαθήματα διοικητικού δικαίου από το ΣτΕ: απόφαση ΣτΕ 2257/2025.

1. Μια συνηθισμένη απόφαση της διοικητικής καθημερινότητας, έδωσε στο Δ΄ Τμήμα την ευκαιρία να επανεξετάσει κλασικές έννοιες του διοικητικού δικαίου και, το σημαντικότερο, να ερμηνεύσει υπό νέο πρίσμα το άρθρο 17 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Σε απόφοιτο εσπερινού ΕΠΑ.Λ. με την ειδικότητα του Βοηθού Νοσηλευτή χορηγήθηκε η από 11.6.2020 βεβαίωση (άδεια) ασκήσεως του επαγγέλματος της βοηθού νοσηλεύτριας. Με την από 18.6.2021 απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη η ανωτέρω άδεια ανακλήθηκε ως «εκ παραδρομής» χορηγηθείσα, κατόπιν της έγγραφης καταγγελίας τρίτου προσώπου και διενέργειας σχετικού επανελέγχου. Οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας άσκησης του επαγγέλματος των Βοηθών Νοσηλευτών ρυθμίζονταν στο άρθρο 1 της Υ7β/οικ. 4756/9.8.2001 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας «Προϋποθέσεις χορήγησης άδειας άσκησης επαγγέλματος των Βοηθών Νοσηλευτών» (Β΄ 1082), όπως τροποποιήθηκε με την Γ4α/Γ.Π.οικ. 63490/18.8.2017 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας (Β΄ 2939) και την Γ6α/Γ.Π.οικ. 2786/11.1.2019 απόφαση του ιδίου Υπουργού (Β΄ 103). Η ασκηθείσα κατά της ανάκλησης αίτηση ακυρώσεως απορρίφθηκε με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με το σκεπτικό ότι, από τα στοιχεία του φακέλου σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο έγγραφο απόψεων της Διοίκησης, προέκυπτε ότι η εν λόγω άδεια ανακλήθηκε διότι στο προσωπικό της ιδιωτικής Μονάδας Φροντίδας Ηλικιωμένω, στο οποίο είχε χωρήσει η πρακτική άσκηση της ενδιαφερομένης ως νοσηλεύτριας, δεν περιλαμβανόταν νοσηλευτής/τρια ΠΕ ή ΤΕ ούτε είχε εκδοθεί από αρμόδιο όργανο της ίδιας Μονάδας βεβαίωση περί πρακτικής άσκησης της ενδιαφερομένης ως νοσηλεύτριας κατόπιν εισήγησης του υπευθύνου για την πρακτική άσκηση νοσηλευτή/τριας.  Στο πλαίσιο της ακυρωτικής έφεσης που ασκήθηκε κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση ΣτΕ 2257/2025, είχε την ευκαιρία, πρώτον, να επανεξετάσει το ζήτημα της αιτιολογίας ως ουσιώδη τύπο της διαδικασίας έκδοσης της διοικητικής πράξης, παρέχοντας ερμηνευτικές διευκρινίσεις ως προς το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας με τη χρησιμοποίηση του, μάλλον, πεπαλαιωμένου νομολογιακού όρου των «εκ του νόμου αιτιολογητέων πράξεων», δεύτερον, να εμπλουτίσει τις αρχές της ανάκλησης των παράνομων ευμενών πράξεων και, τρίτον, να αξιοποιήσει τον λόγο ακύρωσης περί κατάχρησης εξουσίας για να εισαγάγει για πρώτη φορά τον όρο της «διοικητικής ηθικής» στον έλεγχο νομιμότητας της ανάκλησης των παράνομων πράξεων.

Α. Οι εκ του νόμου αιτιολογητέες πράξεις

2. Στη σκέψη 6 της απόφασης ΣτΕ 2257/2025, απορρίπτεται ο λόγος ακύρωσης περί έλλειψης αιτιολογίας της ανακλητικής πράξης. Η αιτούσα και εκκαλούσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη στερείται παντελώς αιτιολογίας, διότι σε αυτήν αναφέρεται μόνο ότι η ανάκληση εχώρησε για τον λόγο ότι η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος είχε χορηγηθεί εκ παραδρομής. Το Τμήμα απορρίπτει τον λόγο αυτόν ως αβάσιμο, διότι από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, από τα οποία δύναται να συμπληρωθεί η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης εφόσον «δεν πρόκειται για πράξη εκ του νόμου αιτιολογητέα» (πρβλ. ΣτΕ 742/20231075/2021), προκύπτει σαφώς ότι η ανακληθείσα διοικητική πράξη είχε εκδοθεί χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην εφαρμοστέα εν προκειμένω Υ7β/οικ. 4756/9.8.2001 υπουργική απόφαση, ήτοι αφενός μεν διότι στο προσωπικό της ιδιωτικής Μονάδας Φροντίδας Ηλικιωμένων (όπου είχε χωρήσει η πρακτική άσκηση της αιτούσας ως νοσηλεύτριας) δεν περιλαμβάνεται νοσηλευτής/τρια (ΠΕ ή TE) και αφετέρου διότι η χορήγηση της ανωτέρω άδειας στην αιτούσα εχώρησε χωρίς να έχει εκδοθεί προηγουμένως βεβαίωση του αρμοδίου οργάνου της Μονάδας περί πρακτικής άσκησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του υπεύθυνου για την πρακτική άσκηση νοσηλευτή.

3. Το Δικαστήριο χρησιμοποιεί τον όρο «εκ του νόμου αιτιολογητέες πράξεις» για να χαρακτηρίσει τις πράξεις ως προς τις οποίες οι κανόνες δικαίου που τις διέπουν απαιτούν την αναγραφή της αιτιολογίας στο σώμα τους. Σημειώνεται ότι πρόκειται για όρο ο οποίος, σε παλαιότερη νομολογία, πριν δηλαδή από τη γενίκευση της υποχρέωσης αιτιολογίας με το άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, εχρησιμοποιείτο για να χαρακτηρίσει τις πράξεις ως προς τις οποίες ο νόμος απαιτούσε ρητώς να είναι αιτιολογημένες και, συνακολούθως, να φέρουν την αιτιολογία στο σώμα τους. Έτσι, με την απόφαση ΣτΕ Ολ 738/1962 κρίθηκαν τα εξής: «Τυγχάνει παντελώς αναιτιολόγητος απόφασις Επιστημονικού Συμβουλίου Νοσηλευτικού Ιδρύματος, ούσα «εκ του νόμου αιτιολογητέα», οσάκις προκρίνεται ο εις των υποψηφίων, παμψηφεί, άνευ ετέρας τινός αιτιολογίας, καίτοι ο εισηγητής εις τον πρότασίν του εθεώρησεν όλους του υποψηφίους εξ ίσου καταλλήλους…. υφίσταται δε υποχρέωσις όπως η αιτιολογία περιλαμβάνεται εις το σώμα της αποφάσεως του Συμβουλίουχωρίς να δύναται να αναπληρωθή η έλλειψις αιτιολογίας εκ του ότι εις μεταγενεστέραν συνεδρίασιν του Επιστημονικού Συμβουλίου, εξ αφορμής καταθέσεως δυσμενών στοιχείων, διά τον προκριθέντα, εξήτασε (το Συμβούλιον) ταύτα και αφού τα εξετίμησεν ενέμεινεν εις την αρχικήν αυτού απόφασινδιότι και εις το νεώτερον τούτο πρακτικόν, ουδέν αναφέρεται περί της επιδόσεως και της ικανότητος ενός εκάστου υποψηφίου και περί των λόγων της προκρίσεως και υπεροχής έναντι των λοιπών». Από την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας συνάγεται ότι η «εκ του νόμου αιτιολογητέα πράξη», δηλαδή αυτή ως προς την οποία ο νόμος που την προβλέπει απαιτεί να είναι αιτιολογημένη, πρέπει, επιπλέον, να φέρει την αιτιολογία στο σώμα αυτής. Γενικά, πριν από τη θέση σε ισχύ του ΚΔΔιαδ, η νοµολογία δεχόταν ότι η πρόβλεψη υποχρέωσης αιτιολόγησης σε ειδικές νοµοθετικές διατάξεις επέβαλε την αποτύπωση της αιτιολογίας στο σώµα της διοικητικής πράξης και όχι στα στοιχεία που απαρτίζουν τον διοικητικό της φάκελο (ΣτΕ 429/1983, 426, 420, 417, 415/1972, 3650, 3452/1971, 370/1966, 2254/1964, 195/1959, 1145, 289/1946, 689, 608, 573, 521, 519, 518, 494, 474, 468, 464, 405, 300, 299, 298, 270, 66, 16/1945, 618, 617, 481/1942: «Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων, οσάκις ο νόµος επιβάλλη ταύτην, δέον, διατυπουµένη εν τω σώµατι της σχετικής πράξεως, να καθορίζη τα πραγµατικά περιστατικά, επί τη εκτιµήσει των οποίων το εκδίδον την πράξιν όργανον άγεται εις ωρισµένην κρίσιν και απόφασιν) [1]. Με τις αποφάσεις ΣτΕ 1015-1017/1960 κρίθηκε ότι «η επιλογή, μη ούσα εκ του νόμου αιτιολογητέα, είναι εκ της φύσεως αυτής, αρκεί να μη ευρίσκεται εις οξείαν αντίθεσιν προς τα στοιχεία των φακέλλων των κρινομένων». Στις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο φαίνεται να διακρίνει μεταξύ, αφενός, των «εκ του νόμου αιτιολογητέων» πράξεων, οι οποίες πρέπει να φέρουν την αιτιολογία στο σώμα τους και, αφετέρου, των «εκ της φύσεως αιτιολογητέων» πράξεων, ως προς τις οποίες η αιτιολογία δεν απαιτείται μεν να υπάρχει στο σώμα της πράξης, αλλά αρκεί η κρίση της Διοίκησης (εν προκειμένω η επιλογή υποψηφίου) να μη βρίσκεται σε οξεία αντίθεση προς τα στοιχεία των φακέλων των υποψηφίων.

4. Οι παραπάνω όροι δεν απαντούν στη νεότερη νομολογία. Οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει εν προκειμένω το δικαστήριο (ΣτΕ 742/2023 του Γ΄ Τμήματος και ΣτΕ 1075/2021 του Δ΄ Τμήματος) δεν χρησιμοποιούν τον όρο εκ του νόμου αιτιολογητέες πράξεις. Η απόφαση ΣτΕ 742/2023 διευκρινίζει ότι η ανακλητική του διορισμού πράξη πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς ως προς το ότι ο διορισθείς προκάλεσε ή υποβοήθησε δολίως την παρανομία της πράξης διορισμού του (με παραπομπή στις ΣτΕ 1437/20217μ., 1094/2014, 2616/2012 7μ., 2319/2012, 3569/1998, 2429/1992). Το Γ΄ Τμήμα παραπέμπει επίσης στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, κρίνοντας ότι η αιτιολογία αυτή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 2 του εν λόγω Κώδικα, να προκύπτει και από τα στοιχεία του φακέλου. Η απόφαση ΣτΕ 1075/2021 δέχεται ότι η απόρριψη αίτησης για χορήγηση θεώρησης εισόδου στη χώρα αλλοδαπού ο οποίος είναι σύζυγος Ελληνίδας που κατοικεί στην Ελλάδα πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς [2]. Η ειδική αυτή αιτιολογία δεν απαιτείται να περιλαμβάνεται στο σώμα της διοικητικής πράξης, με την οποία απορρίπτεται το αίτημα, αλλά νομίμως συμπληρώνεται από τα στοιχεία που ευρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και τα οποία ελήφθησαν υπόψη από τη Διοίκηση για την απόρριψη της αίτησης. Με άλλα λόγια, οι έννομες συνέπειες δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν η υποχρέωση αιτιολογίας απορρέει μόνον από τη γενική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 ΚΔΔιαδ ή και από την ειδική διάταξη που διέπει τη συγκεκριμένη πράξη. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, αρκεί η αιτιολογία να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και δεν απαιτείται να αναγράφεται στο σώμα της πράξης (ΣτΕ 2348/2022, 1517, 2485/2021, 2684/2018, 4979/2014, 4166/2012, 208/2012, Ολ 1213/2010, 473/2010, 2532/2009, 2092/2006, 4585/2005, 3864, 4027/2004). Η αναγραφή στο σώμα της πράξης απαιτείται μόνον όταν ο νόμος την προβλέπει ρητά, οπότε σε περίπτωση έλλειψης αναγραφής, στοιχειοθετείται ο λόγος ακύρωσης της παράβασης ουσιώδους τύπου. Εάν δεν υπάρχει ρητή απαίτηση αναγραφής της αιτιολογίας στο σώμα της πράξης, αλλά απλώς απαίτηση να είναι η πράξη αιτιολογημένη, αρκεί η αιτιολογία να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, οι τυχόν δε ελλείψεις της εντάσσονται στον λόγο ακύρωσης της παράβασης κατ’ ουσίαν διάταξης νόμου.

5. Με την απόφαση ΣτΕ 2257/2025, το Δ΄ Τμήμα αποκλίνει από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΔΔιαδ καθώς και από την πάγια σχετική νομολογία, κατά την οποία η αιτιολογία μπορεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, εκτός εάν προβλέπεται ρητώς στον νόμο ότι πρέπει να περιέχεται στο σώμα της πράξης. Δέχεται ότι, όταν ο νόμος που ρυθμίζει τη συγκεκριμένη πράξη απαιτεί η πράξη να είναι αιτιολογημένη, τούτο σημαίνει ότι η αιτιολογία πρέπει να αναγράφεται στο σώμα της πράξης και δεν αρκεί να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου. Για τις πράξεις της κατηγορίας αυτής ανασύρει τον όρο «εκ του νόμου αιτιολογητέες πράξεις». Σηματοδοτεί, άραγε, η απόφαση επιστροφή στην προ του ΚΔΔιαδ νομολογία (βλ. ανωτέρω, αρ. περ. 3); Αντίθετα, ως προς τις λοιπές ατομικές πράξεις που πρέπει να αιτιολογούνται σαφώς, ειδικώς και πλήρως σύμφωνα με τη γενική πρόνοια του άρθρου 17 παρ. 1 του ΚΔΔιαδ, αρκεί η αιτιολογία να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου.

Β. Οι κανόνες ανάκλησης των παράνομων διοικητικών πράξεων

6. Οι κανόνες περί ανάκλησης αποτελούν το πλέον εντυπωσιακό παράδειγμα νομολογιακής κατασκευής, αλλά και την απόδειξη των ορίων της δικαιοπλαστικής εξουσίας του δικαστή. Η νομολογιακή κατασκευή αγγίζει κάποια στιγμή τα όριά της, διότι με την προσθήκη νέων πτυχών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που γεννά αενάως η πράξη, καταλήγει σε ένα περίπλοκο οικοδόμημα με πολλές εξαιρέσεις και ειδικές ρυθμίσεις που το καθιστούν δύσχρηστο. Η παρέμβαση του νομοθέτη είναι αναγκαία. Αυτό συνέβη στη Γαλλία με τον Code des relations entre le public etl’administration του 2015. Ειδικότερα, η απλοποίηση των νομολογιακών –στη συντριπτική τους πλειονότητα– κανόνων ανάκλησης και κατάργησης των διοικητικών πράξεων ήταν η πλέον καινοτόμα και σημαντική συμβολή του εν λόγω κώδικα. Όπως επισήμανε ο_D. Labetoulle_, δεν υπάρχει προσφορότερο πεδίο για να εκτεθούν τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα του νόμου και της νομολογίας για τη θέσπιση των κανόνων της διοικητικής διαδικασίας ή για να επανέλθει κανείς στο καίριο ερώτημα του doyen Vedel : “Le droit administratif peut-il être indéfiniment jurisprudentiel?” (EDCE 1979-1980, n° 31, σ. 31). Πράγματι, όσον αφορά ειδικά τη διοικητική διαδικασία, η εγγύτητα του δικαστή στις συγκεκριμένες υποθέσεις, η εξοικείωσή του με τη διοικητική καθημερινότητα, η δυνατότητα να προχωρήσει βήμα-βήμα, προοδευτικά και να αναζητήσει λύσεις με διαδοχικές προσεγγίσεις έχουν ως συνέπεια –κάτι που αποτέλεσε και τη βασική ιδέα του_Laferrière_– ότι η νομολογία υπερέχει του νόμου ως προς τη διαίσθηση και τον πραγματισμό των επιλογών της. Τούτο καθίσταται εμφανές όταν τίθενται τα θεμέλια μιας νομολογιακής κατασκευής και, στη συνέχεια, αυτή διευκρινίζεται, συμπληρώνεται, εμπλουτίζεται και σχετικοποιείται (χαρακτηριστική περίπτωση η νομολογιακή κατασκευή της «ανάκλησης πράξεων ομοίων προς ακυρωθείσα» του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ Ολ 2176, 2177/2004) και το οικοδόμημα της «στοιχειοθέτησης της ευθύνης των κρατών μελών λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης» του ΔΕΚ/ΔΕΕ). Διαπιστώνεται, όμως, ότι η νομολογία δεν μπορεί πάντα να αποφύγει την υπερβολική περιπτωσιολογία και τον βυζαντινισμό, παρασυρόμενη τόσο από τη μέθοδο εργασίας του δικαστή όσο και, κυρίως, από την ποικιλία των καταστάσεων τις οποίες αντιμετωπίζει. Όταν, όμως, το φάσμα ή οι περαιτέρω διαφοροποιήσεις των νομολογιακών λύσεων καθίστανται υπερβολικά περίπλοκες με την προσθήκη διαρκώς νέων στοιχείων και προϋποθέσεων, η νομολογία αγγίζει τα όριά της: μπορεί να αφαιρέσει κάποιες περιττολογίες, αλλά, εφόσον έχει ως σημείο αφετηρίας συγκεκριμένες υποθέσεις που δεν καλύπτουν το σύνολο των περιπτώσεων και πτυχών τις οποίες έχουν διαμορφώσει οι προηγούμενες αποφάσεις, δεν έχει πάντα τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει τις γενικές γραμμές του οικοδομήματος που κατασκευάσθηκε προοδευτικά. Η διατύπωση μιας γενικής αρχής μπορεί να υπερβεί τη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επιτρέπει όμως τον επανακαθορισμό του γενικού πλαισίου. Η σταδιακή και περιπτωσιολογική προσέγγιση του δικαστή είναι κατάλληλη να συλλάβει και να διαμορφώσει προοδευτικά ένα νομικό καθεστώς (πχ αυτό της ανάκλησης των παράνομων πράξεων) όχι όμως και να το αναμορφώσει ή να το απλουστεύσει.

7. Απέναντι, λοιπόν, σε ένα corpus κανόνων που αναπόφευκτα καθίσταται άκρως περίπλοκο, ο νόμος, με την τάση του προς τη γενικότητα, είναι καταλληλότερος να διευκρινίσει, να επιβάλει και να καταστήσει προσιτό το οικείο νομικό καθεστώς. Το γεγονός ότι η κωδικοποίηση παραλαμβάνει τη σκυτάλη από τη νομολογία και καλείται να συστηματοποιήσει και να διευκρινίσει ήδη διατυπωμένους κανόνες μπορεί να αποδειχθεί ένα άκρως εποικοδομητικό εγχείρημα. Άλλωστε, οι δύο συμβολές (νομολογιακή και νομοθετική) συνδυάζονται και συμπληρώνονται όχι μόνο στο πλαίσιο της χρονικής αλληλουχίας αλλά και λόγω της φύσης εκάστης: ο μεν νόμος είναι προσαρμοσμένος στη διατύπωση κανόνων, η δε νομολογία είναι απείρως καταλληλότερη να ορίσει και να διευκρινίσει έννοιες –όπως, για παράδειγμα, αυτή της (ευμενούς) πράξης που γεννά δικαιώματα ή της πράξης που εκδόθηκε με απατηλή ενέργεια του διοικουμένου– και, κατά συνέπεια, σκόπιμο είναι το κωδικοποιημένο κείμενο να αφήνει χώρο για τη (νομολογιακή) συμπλήρωση, τη διευκρίνιση και τον εμπλουτισμό των νομικών εννοιών που χρησιμοποιεί. Η κωδικοποίηση του νομικού καθεστώτος της ανάκλησης και της κατάργησης των διοικητικών πράξεων στο γαλλικό δίκαιο πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο αυτή [3]. Η εξέλιξη της νομολογίας περί ανάκλησης δημιουργεί την εντύπωση ότι ήρθε η ώρα και για τον Έλληνα νομοθέτη να ρυθμίσει στον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, πέρα από το αρμόδιο όργανο και την τηρητέα διαδικασία, τις προϋποθέσεις της ανάκλησης των παράνομων πράξεων.

8. Οι σκέψεις 8 και 9 της απόφασης ΣτΕ 2257/2025 συνοψίζουν τη νομολογία περί των προϋποθέσεων ανάκλησης των παράνομων ευμενών πράξεων, όπως αυτή έχει εμπλουτισθεί τελευταίως με τη νομολογία του Γ΄ Τμήματος για την ανάκληση παράνομων διορισμών λόγω υποβολής πλαστών πτυχίων. Η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξης, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται εάν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, ενώ επιτρέπεται η ανάκλησή τους και μετά την παρέλευση ευλόγου χρόνου, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή βάσει ρητής και ανενδοίαστης διάταξης νόμου [4]. Περαιτέρω, η Διοίκηση, κατ’ αρχήν, δεν υποχρεούται να ανακαλεί τις παράνομες πράξεις της, οι οποίες έχουν διαφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο ως εκ της παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για την κατ’ αυτών άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως (βλ. ΣτΕ 638/2024, 1803/2021, 2257/2015, 3569/2014, 1501/2008). Εξάλλου, με το άρθρο μόνον παρ. 1 του ΑΝ 261/1968 ορίσθηκε ότι «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε διά το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος». Με τη διάταξη αυτή, κατά την οποία χρόνος μικρότερος της πενταετίας για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης θεωρείται πάντοτε εύλογος, ο νομοθέτης, με γενική ρύθμιση, προέβη ο ίδιος στη στάθμιση των ανωτέρω συνταγματικής αξίας αρχών, προσδίδοντας προέχουσα σημασία στην αρχή της νομιμότητας της Διοίκησης, για δε τον περαιτέρω χρόνο ανέθεσε στη Διοίκηση τη στάθμιση των αρχών αυτών σε κάθε ατομική περίπτωση, υπό τον έλεγχο του διοικητικού δικαστή (βλ. ΣτΕ 636/2024, 2031/2021, 1501/2008, Oλ 706/2020) [5].

9. Επομένως, κατ’ αρχήν η Διοίκηση δεν υποχρεούται να ανακαλέσει παράνομη διοικητική πράξη, υπό την έννοια ότι η παράλειψή της να πράξει τούτο δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας και η ρητή άρνησή της, χωρίς επανεξέταση της ουσίας της υποθέσεως, δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ανεγνωρίσθησαν με τις 2176-7/2004 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου ή αν το επιβάλει ρητή και ανενδοίαστη διάταξη νόμου. Πρόκειται, για την ανωτέρω αναφερθείσα νομολογιακή κατασκευή της υποχρέωσης ανάκλησης/επανεξέτασης πράξεων ομοίων προς ακυρωθείσα. Περαιτέρω,η Διοίκηση δεν κωλύεται να ανακαλέσει παράνομη πράξη εντός πενταετίας από την έκδοσή της από την ύπαρξη καλής πίστης του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η εν λόγω πράξη, και ανάγκης προστασίας της δημιουργηθείσας σε αυτόν εμπιστοσύνης ή για τον λόγο ότι η βλάβη που επέρχεται σε αυτόν από την ανάκληση είναι δυσαναλόγως μεγαλύτερη από το όφελος για το δημόσιο συμφέρον ούτε υποχρεούται να συνεκτιμήσει τα στοιχεία αυτά πριν αποφασίσει αν θα ανακαλέσει ή όχι την πράξη (βλ. ΣτΕ 1501/2008) [6]. Εξάλλου, η ανάκληση παράνομης πράξης δεν προϋποθέτει απαραιτήτως τη συνδρομή υπαιτιότητας ή επίμεμπτης συμπεριφοράς του διοικουμένου κατά την έκδοση της ανακαλούμενης (ΣτΕ 886/2024, 3/2013, 2907/2012, 2681/2012).

10. Υπό το πρίσμα των παραπάνω σκέψεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι νομίμως ανακλήθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος βοηθού νοσηλεύτριας της αιτούσας, αφού η εν λόγω ανακαλούμενη πράξη είχε εκδοθεί χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην Υ7β/οικ. 4756/9.8.2001 υπουργική απόφαση. Η ως άνω αιτιολογία της ανάκλησης ανταποκρίνεται στα στοιχεία του φακέλου και είναι νόμιμη. Εξάλλου, εφόσον η ανάκληση εχώρησε εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα μηνών από την έκδοση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, δηλαδή, σε χρονικό διάστημα πολύ μικρότερο της πενταετίας, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του ΑΝ 261/1968 θεωρείται σε κάθε περίπτωση εύλογος χρόνος για την ανάκληση των παρανόμων διοικητικών πράξεων, αβασίμως προβάλλεται ότι η ανάκληση αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Περαιτέρω, αλυσιτελώς η αιτούσα υποστηρίζει ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα όσον αφορά την έκδοση της ανακληθείσας πράξης, εφόσον η ανάκληση νομίμως εχώρησε χωρίς να απαιτείται η διαπίστωση της υπαιτιότητάς της [7]. Με άλλα λόγια, για την εντός πέντε ετών ανάκληση διοικητικής πράξης αρκεί το αντικειμενικό γεγονός της παρανομίας της πράξης, όπως ακριβώς για τη δικαστική ακύρωσή της, η οποία ζητήθηκε εμπροθέσμως.

Γ. Η κατάχρηση εξουσίας

10. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόφαση ΣτΕ 2257/2025 υπό το πρίσμα της εξέτασης του λόγου ακύρωσης περί κατάχρησης εξουσίας. Ειδικότερα, προβλήθηκε ότι η ανακλητική πράξη έχει εκδοθεί «κατά κατάχρηση εξουσίας», ήτοι προς τον σκοπό της εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων και ειδικότερα λόγω της «στάση[ς] απόλυτης συμπόρευσης [του Αντιπεριφερειάρχη Χανίων] με τη γραμμή υπεράσπισης των υπόπτων (συνδεομένων με την Μονάδα Φροντίδος προσώπων, κατά των οποίων η αιτούσα είχε καταθέσει σε ποινική διαδικασία), κατά παρέμβαση στο έργο της δικαστικής εξουσίας αλλά και προκλητική διαστρέβλωση της αλήθειας». Κρίνοντας παραδεκτό τον ως άνω λόγο ακύρωσης, το Δικαστήριο εξετάζει εν προκειμένω την προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη –που εκδόθηκε εντός πενταετίας από το αρμόδιο όργανο και είναι αιτιολογημένη, επομένως πληροί, κατ’ αρχήν, τους όρους της αντικειμενικής νομιμότητας– και υπό το πρίσμα της «διοικητικής ηθικής» (« moralité administrative » κατά τον M. Hauriou, note sous CdE 16 nov. 1900, Maugras, S. 1901.3.57. Βλ. και R. Chapus, Droit administratif général, Montchrestien, 2001, αρ. περ. 1242 επ.). Πράγματι, ο έλεγχος αυτός μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση ότι η Διοίκηση, παρά την τήρηση της αντικειμενικής νομιμότητας, δεν ενήργησε ηθικά ανακαλώντας την πράξη. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο στηρίζεται στην πάγια νομολογία του σχετικά με την κατάχρηση εξουσίας, που είναι αξιολογική έννοια και ανάγεται σε νομική, έχουσα ως έννομη συνέπεια την ακύρωση της πράξης, μόνον στην περίπτωση του προδήλου. Καταλήγει, δηλαδή, στο συμπέρασμα ότι ο σχετικός λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος «διότι, κατά τα παγίως κριθέντα, η στοιχειοθέτηση του λόγου περί κατάχρησης εξουσίας προϋποθέτει την έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης με σκοπό καταδήλως διάφορο του σκοπού του νόμου στον οποίο στηρίζεται η έκδοσή της, χωρίς να αρκούν οι σχετικές περί τούτου ενδείξεις, στην προκειμένη δε περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου δεν αποδεικνύεται, και μάλιστα καταδήλως, η πραγματική βάση του προβαλλομένου ισχυρισμού της αιτούσας ότι η προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη είχε ως κίνητρο την εξυπηρέτηση παράνομων ιδιωτικών συμφερόντων» [8]. Πάντως, για πρώτη φορά το ίδιο το Δικαστήριο εντάσσει ρητώς την έννοια της «διοικητικής ηθικής» στον ακυρωτικό έλεγχο, καθιστώντας την κριτήριο νομιμότητας μιας πράξης. Είναι αληθές ότι ο όρος είχε προβληθεί στο παρελθόν από διαδίκους, ποτέ, όμως, δεν υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως, η απόφαση πρωτοπορεί και ως προς το σημείο αυτό.

Υποσημειώσεις

[1] Ε. Πρεβεδούρου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2026, αρ. περ. 839.

[2] Στο άρθρο 4 του ν. 4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης …» (Α΄ 80) ορίζεται ότι: «Άρνηση εισόδου 1. Οι αποφάσεις απόρριψης αιτημάτων χορήγησης θεώρησης εισόδου, που λαμβάνονται από τις διπλωματικές και προξενικές αρχές, χρήζουν αιτιολογίας. Ειδικής αιτιολογίας χρήζουν και οι περιπτώσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες κατηγορίες πολιτών τρίτων χωρών και υπό την επιφύλαξη της συνδρομής λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας: α. Πολίτες τρίτων χωρών, μέλη οικογένειας Έλληνα…..» Το αίτημα εισόδου μπορεί να απορριφθεί μόνον εφ’ όσον η ελληνική προξενική αρχή διαπιστώσει, αιτιολογώντας ειδικώς τη σχετική κρίση της, είτε ότι ο αλλοδαπός δεν διάγει πλέον κοινό συζυγικό βίο με την Ελληνίδα σύζυγό του είτε ότι ο γάμος συνήφθη με κύριο σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί εισόδου και διαμονής αλλοδαπών είτε, τέλος, ότι την απόρριψη του αιτήματος επιβάλλουν συγκεκριμένοι και επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, λόγω της συνδρομής των οποίων καθίσταται ανεκτός (λαμβανομένων υπ’ όψη και των ορίων που χαράσσει συναφώς η κατοχυρούμενη στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητος) ο περιορισμός του συνταγματικώς κατοχυρουμένου δικαιώματος της Ελληνίδας συζύγου του αλλοδαπού να συμβιώσει μαζί του.

[3] Πράγματι, στη Γαλλία, το καθεστώς αυτό, το οποίο καθορίζεται βασικά από δύο αντίρροπες ιδέες, εξίσου θεμιτές, δηλαδή τον περιορισμό των δυνατοτήτων ανάκλησης προς ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και τη διεύρυνση των δυνατοτήτων αυτών για να διευκολυνθεί η διοικητική δράση και να ενισχυθεί η αρχή της νομιμότητας με την εξαφάνιση των παράνομων πράξεων, είχε καταστεί ανορθολογικό, λόγω της περιπλοκότητας, της περιπτωσιολογικής προσέγγισης και της έλλειψης συνοχής. Έγινε σαφές ότι η ισορροπία που δημιούργησε η νομολογία Dame Cachet του 1920, η οποία συνέδεσε την προθεσμία ανάκλησης με αυτή της αίτησης ακύρωσης κατά της πράξης, ήταν τελικώς λιγότερο ασφαλής από όσο κρίθηκε αρχικά ή, πάντως, κλονίστηκε από την ποικιλία των διαδικασιών έκδοσης των διοικητικών πράξεων. Ειδικότερα, εδώ και πενήντα χρόνια το νομολογιακό δίκαιο έγινε απείρως περίπλοκο, με την προσθήκη νέων λύσεων, εκάστη των οποίων εμπνέεται από τη μέριμνα περιορισμού της εμβέλειας και των συνεπειών της αμέσως προηγούμενης λύσης. Πράγματι, το 1966, με την απόφαση Ville de Bagneux ο δικαστής άντλησε από τη σχέση μεταξύ προθεσμίας ενδίκου βοηθήματος και προθεσμίας ανάκλησης που καθιέρωσε η νομολογία Dame Cachet απολύτως λογικές αλλά στην πράξη υπερβολικές συνέπειες, κρίνοντας ότι μια απόφαση που δεν έχει δημοσιευθεί μπορούσε, εφόσον δεν είχε αρχίσει να τρέχει η προθεσμία δικαστικής προσβολής της, να ανακληθεί χωρίς χρονικό περιορισμό. Λίγο αργότερα αντιμετωπίσθηκε η νέα, τότε, περίπτωση των σιωπηρών θετικών πράξεων: εφόσον δεν ετίθετο θέμα δημοσίευσής τους, η νομολογία Ville de Bagneux είχε ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα χρονικά απεριόριστης ανάκλησης. Για να αποτραπεί η συνέπεια αυτή, που έθιγε την ασφάλεια δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα να αποδυναμωθεί η νομολογία που διαμορφώθηκε 3 χρόνια πριν, κρίθηκε, με την απόφαση Eve του 1969, ότι μια σιωπηρή θετική πράξη δεν μπορούσε να ανακληθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας που παρασχέθηκε αρχικά στη διοίκηση για να αποφανθεί επί της αίτησης. Ωστόσο, η άποψη ότι η διοίκηση δεν μπορούσε ποτέ να ανακαλέσει παράνομη σιωπηρή απόφαση ήταν υπερβολική: έτσι, με την απόφαση  Ministre de l’équipement c/ Roulin και, στη συνέχεια, με το άρθρο 23 του νόμου της 12ης Απριλίου 2000 [loi n° 2000-321 du 12 avril 2000 relative aux droits des citoyens dans leurs relations avec les administrations], ο οποίος περιορίζει τη νομολογία _Ev_e, έγινε δεκτό ότι η ανάκληση είναι δυνατή εφόσον η στοιχειοθέτηση της σιωπηρής απόφασης συνοδεύθηκε από τη λήψη μέτρων ενημέρωσης των τρίτων, ή, εάν δεν ελήφθησαν τέτοια μέτρα, εντός της προθεσμίας του ένδικου βοηθήματος κατά της απόφασης.΄Εχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι η επέμβαση του νομοθέτη κρίθηκε αναγκαία στο στάδιο της νομολογίας Eve, πλην όμως η επέμβαση αυτή ήταν απολύτως συγκεκριμένη και οριοθετημένη. Είναι πιθανόν η περίπτωση που αντιμετώπισε ο δικαστής να μην προσφερόταν για πιο φιλόδοξες νομοθετικές παρεμβάσεις ή να ήταν αναγκαίο να αποκτήσει η νομολογία εκ νέου συνοχή και σταθερότητα και, ενδεχομένως, να απλουστευθεί πριν εξελιχθεί σε γραπτό δίκαιο. Όμως, λίγο αργότερα, η απόφαση Ternon του 2001, καθόσον αποσυνέδεσε την προθεσμία ανάκλησης από την προθεσμία άσκησης ενδίκου βοηθήματος, επανέφερε το πρόβλημα και άνοιξε τον δρόμο σε μια απλουστευτική κωδικοποίηση που επισφράγισε τη «συνέργεια» νόμου και νομολογίας για τη δημιουργία νέου δικαίου της ανάκλησης και της κατάργησης των διοικητικών πράξεων.

[4] ΣτΕ 886/2024: εάν χορηγηθεί από την εθνική αρχή ενίσχυση χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσουν οι εκάστοτε ισχύοντες κανονισμοί για την απαλλαγή συγκεκριμένων κατηγοριών ενισχύσεων από τις προβλεπόμενες στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώσεις [άρθρα 107-109 ΣΛΕΕ], στις οποίες περιλαμβάνονται οι προϋποθέσεις των κανονισμών 70/2001 και 800/2008 για την ενίσχυση των ΜΜΕ με πρόσθετο ποσοστό, η χορηγηθείσα ενίσχυση θεωρείται παράνομη. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια εθνική αρχή υποχρεούται, κατά δεσμία αρμοδιότητα, να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει τις σχετικές πράξεις και να ανακτήσει τα παρανόμως καταβληθέντα ποσά. Από πράξεις ή παραλείψεις δε των εθνικών αρχών οι οποίες αφορούν κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε παρανόμως δεν δημιουργείται στον αποδέκτη της ενίσχυσης δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, όσον αφορά τη νομιμότητα της ενίσχυσης, κωλύουσα την ανάκληση της παράνομης πράξης και την ανάκτηση του καταβληθέντος ποσού (πρβλ. ΔΕΕ αποφάσεις της 24.11.2020, Viasat Broadcasting UK Ltd [C-445/19], της 5.3.2019, Eesti Pagar AS [C-349/17] και την εκεί μνημονεύομενη νομολογία, καθώς και ΣτΕ 2439/2021· πρβλ. επίσης ΣτΕ 670/2023, 2220/2018 επτ., 1391/2018, 2289/2017, 3582/2010). Κατά συνέπεια, όταν η Διοίκηση διαπιστώνει, με αιτιολογημένη κρίση, ότι η πράξη υπαγωγής ενός επενδυτικού σχεδίου στις διατάξεις του ν. 3299/2004 περί χορήγησης ενισχύσεων εκδόθηκε χωρίς να συντρέχει η προβλεπόμενη στον νόμο αυτό προϋπόθεση για χορήγηση πρόσθετης ενίσχυσης, που συναρτάται με το μέγεθος της επιχείρησης, τον χαρακτήρα αυτής ως ΜΜΕ και την ειδικότερη κατάταξή της στις μεσαίες ή τις μικρές επιχειρήσεις, ως προς τις οποίες διαφοροποιείται, κατά τα εκτεθέντα, το επί πλέον ποσοστό της ενίσχυσης, ανακαλεί υποχρεωτικώς την πράξη υπαγωγής κατά το μέρος που χορήγησε την μη νόμιμη πρόσθετη ενίσχυση, με βάση το αντικειμενικό αυτό δεδομένο, και δεν απαιτείται να διαπιστώνεται για την έκδοση της ανακλητικής πράξης τυχόν υπαιτιότητα του επενδυτή σε σχέση με την παραπάνω παράβαση. Βλ. και ΣτΕ 1837/2017, 1535/2017, 2205/2016, 1191/2016, 1931/2015, 4069/2012, 3906/2008, Oλ 2403/1997)

[5] Με το άρθρο 1 του ΑΝ 261/1968, κατά το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν είναι εύλογος χρόνος για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως χρόνος μικρότερος της πενταετίας από την έκδοσή της, ο νομοθέτης, με γενική ρύθμιση, προέβη ο ίδιος στην στάθμιση των συνταγματικής αξίας αρχών της νομιμότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για την επομένη της εκδόσεως διοικητικής πράξεως πενταετία, προσδίδοντας προέχουσα σημασία στην αρχή της νομιμότητaς της Διοίκησης, για δε τον περαιτέρω χρόνο ανέθεσε στη Διοίκηση την στάθμιση των αρχών αυτών σε κάθε ατομική περίπτωση, υπό τον έλεγχο του διοικητικού δικαστή. Ενόψει δε του ότι το Σύνταγμα δεν ανάγει σε συνταγματική αξία μόνον την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του καλόπιστου διοικουμένου και τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, αλλά ωσαύτως και την τήρηση της αρχής της νομιμότητας και την μη διατήρηση εν ισχύι παράνομων διοικητικών πράξεων, και δεδομένου ότι αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, έργο του νομοθέτη η κατά συνεκτίμηση και στάθμιση μη βαινουσών παραλλήλως αλλά αγουσών σε αντίθετες κατευθύνσεις συνταγματικών αξιών πρόκριση της θεσπιστέας, ως συνθέσεως τούτων, ρυθμίσεως, η θέσπιση από τον ίδιο τον νομοθέτη ως ευλόγου χρόνου για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως τουλάχιστον της πενταετίας από την έκδοσή της δεν αντίκειται στις προστατευόμενες από το Σύνταγμα αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας, εφόσον, άλλωστε, το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι υπερμέτρως μεγάλο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις γενικές αρχές ανακλήσεως των παράνομων διοικητικών πράξεων, η ανάκληση πρέπει να αιτιολογείται με αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία, η ύπαρξη ή η έλλειψη των οποίων στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνάρτηση με το ισχύον κατά την έκδοση της ανακαλούμενης πράξεως νομικό καθεστώς, θεμελιώνει τη διαπιστούμενη παρανομία και, κατ’ ακολουθίαν, τη συνδρομή νόμιμου λόγου ανακλήσεως. Τέτοια, εξ άλλου, νομική πλημμέλεια που επιτρέπει την ανάκληση συνιστά και η πλάνη περί τα πράγματα, εφ’ όσον η διαπίστωση ορισμένης καταστάσεως ή η συνδρομή ή η έλλειψη ορισμένων πραγματικών περιστατικών αποτελούσε κατά νόμο προϋπόθεση εκδόσεως της ανακαλούμενης πράξης ή νόμιμο στοιχείο κρίσεως για τη διαμόρφωση του περιεχομένου της. Αντίθετα, μόνη η διαφορετική εκτίμηση των αυτών πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, νόμιμο λόγο ανακλήσεως, εκτός αν συντρέχουν λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία των αρχαιοτήτων (ΣτΕ 1712/2002), η συνδρομή των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς (ΣτΕ 2412571/20181837/20171624/20122414/20113457/20073102/2005).

[6] Eπί ανακλήσεως παράνομης διοικητικής πράξεως εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοσή της λόγω μη συνδρομής μιας ή περισσοτέρων από τις απαιτούμενες για την έκδοσή της νόμιμες προϋποθέσεις, δεν απαιτείται προηγούμενη κλήση για ακρόαση του διοικουμένου, υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η πράξη, διότι η ακρόαση αυτού δεν μπορεί να επιδράσει στη διαμόρφωση της κρίσης της Διοίκησης. Κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, και, συνεπώς, και κατά την έννοια του άρθρου 6 του ΚΔΔιαδ, η τήρηση του τύπου της προηγουμένης κλήσης σε ακρόαση δεν απαιτείται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η προηγούμενη ακρόαση δεν μπορεί να επιδράσει στη διαμόρφωση της κρίσης της Διοίκησης. Τέτοια περίπτωση συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν εκδίδεται δυσμενής για τον διοικούμενο διοικητική πράξη βάσει αντικειμενικών δεδομένων, που δεν συνδέονται προς υποκειμενική συμπεριφορά του (ΣτΕ 2612/200314554027/20041902/200511041213/2006).

[7]. ΣτΕ 3/2013, σκ. 3: κατά τις γενικές αρχές περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, οι παράνομες διοικητικές πράξεις, μπορούν να ανακαλούνται εντός ευλόγου χρόνου, δεν απαιτείται δε, στην περίπτωση αυτή, η επίκληση λόγου δημοσίου συμφέροντος ή υπαιτιότητος του ενδιαφερομένου κατά την έκδοση της ανακληθείσης πράξεως(βλ. ΣτΕ 1440/20113134/2003).

[8]. Από την ελληνική νομολογία, που απορρίπτει συστηματικά τον υπό εξέταση λόγο ακύρωσης, βλ. ενδεικτικά: 1) ΣτE 1137/2024, σκ. 14: κατά τον αιτούντα, η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας, διότι η έκδοση γίνεται για λόγους εκδικητικούς λόγω της ρωσικής του εθνικότητας του αιτούντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αναπόδεικτος, διότι ούτε από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως ούτε από στοιχεία που προσκομίζει ο αιτών προκύπτει και δη καταδήλως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε για την εξυπηρέτηση σκοπού διαφόρου εκείνου που τάσσεται από τον νόμο για την έκδοσή της, δηλαδή την εξυπηρέτηση της διεθνούς δικαστικής συνδρομής στο πεδίο του ποινικού δικαίου. 2) ΣτΕ 1129/2024, σκ. 10: κατά το μέρος που με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνιστά και κατάχρηση εξουσίας, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος, διότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, η στοιχειοθέτηση καταχρήσεως εξουσίας προϋποθέτει την έκδοση διοικητικής πράξης με σκοπό καταδήλως διάφορο του σκοπού του νόμου στον οποίο στηρίζεται η έκδοσή της, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής. 3) ΣτΕ Ολ 666/2021, σκ. 20: ο λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην ανάρτηση δασικού χάρτη, η οποία θα απέτρεπε την κίνηση της διαδικασίας χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του ν. 998/1979, αποτελεί προϊόν κατάχρησης εξουσίας, είναι επίσης απορριπτέος, διότι η έλλειψη ανηρτημένου δασικού χάρτη στην ευρύτερη περιοχή, η νομιμότητα της οποίας δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης, οφειλόταν, πάντως, κατά τα προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου, σε υπηρεσιακούς λόγους, που συνέτρεχαν, κατά τρόπο γενικευμένο, σε μεγάλο μέρος των περιοχών αρμοδιότητας και του Δασαρχείου Πειραιά, δεν αποδεικνύεται δε από τους αιτούντες ότι είχε ως σκοπό να καταστήσει επιτρεπτή την κίνηση ειδικώς της επίμαχης διαδικασίας χαρακτηρισμού. 4) Διεξοδική ανάλυση σε ΣτΕ Ολ 110/2020, σκ. 38 και 39. «38. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας, καθόσον επιδιώκεται με αυτήν η φυσική εξόντωση του αιτούντος, για τον λόγο ότι κατέχει τεχνογνωσία που συμβάλλει στην οικονομική απελευθέρωση των ανθρώπων, στην απελευθέρωση των οικονομικών συναλλαγών από τη “μέγγενη” του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και την απρόσκοπτη άσκηση των δικαιωμάτων της αυτοδιάθεσης και της ελεύθερης άσκησης της επιχειρηματικότητος. 39. Επειδή, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως αναπόδεικτος, διότι από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, δεν προκύπτει και, δη, καταδήλως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε για την εξυπηρέτηση σκοπού διαφόρου εκείνου που τάσσεται από τον νόμο για την έκδοσή της, δηλαδή την εξυπηρέτηση της διεθνούς δικαστικής συνδρομής στο πεδίο του ποινικού δικαίου.». 5) ΣτΕ 2539/2000, σκ. 11: ο λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο η προσβαλλομένη πράξη εξεδόθη κατά κατάχρηση εξουσίας, προκειμένου να αφαιρεθή η ιδιοκτησία του αιτούντος για να εξυπηρετηθή παρακείμενο ξενοδοχειακό συγκρότημα, πρέπει να απορριφθή προεχόντως ως αόριστος και αναπόδεικτος και ως μη ευρίσκων έρεισμα στα στοιχεία του φακέλου, εφ’ όσον σε αυτά ουδόλως μνημονεύεται η ύπαρξη ξενοδοχείου αλλ’ αντιθέτως εκτίθεται ότι η χάραξη της οριογραμμής είναι κατά νόμο αναγκαία για την πρόοδο των εργασιών κατασκευής λιμένος στην περιοχή. 6) ΣτΕ Ολ 817/1932: Επειδή κατά το άρθρον 47 παραγρ. 1 του Νόμου 3713, ίνα γίνη δεκτή η κατάχρησις εξουσίας ως λόγος θεμελιών την περί ακυρώσεως αίτησιν δέον η πράξις της Διοικήσεως να φέρη μεν κατ’ εαυτήν πάντα τα στοιχεία της νομιμότητος να γίνηται όμως καταδήλως προς σκοπόν άλλον παρά τον δι’ ον ενομοθετήθη, τα γεγονότα όμως άτινα επί του προκειμένου επικαλούνται οι προσφεύγοντες προς βεβαίωσιν της καταχρήσεως εξουσίας ουδόλως αποδεικνύουσι ταύτην, διότι αφ’ ενός μεν είναι ανακριβές ότι δεν υπάρχουσιν εν Χαλκίδι πρόσφυγες δεόμενοι αστικής αποκαταστάσεως, αφού το εν τη προηγουμένη σκέψει αναφερόμενον έγγραφον του Νομάρχου βεβαιοί ότι πλέον των οκτακοσίων οικογενειών προσφύγων δεν έτυχον τοιαύτης, αφ’ ετέρου δε δια της προσβαλλομένης αποφάσεως γινομένη απαλλοτρίωσις, επιβαλλομένη υπό της άνω ανάγκης, ασφαλώς δεν εγένετο δι’ άλλον σκοπόν, λόγω του ότι εις το παρελθόν είχε γίνει τοιαύτη και βραδύτερον ανακληθή.