Το διεθνές πρόσωπο του Συμβουλίου της Επικρατείας
Ι. Εισαγωγή
1. Ένα σχέδιο ΠΔ με θέμα την επέκταση του σκοπού της πάγιας προκαταβολής του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου [1], που αφορά, εκ πρώτης όψεως, ένα τεχνικό, αν όχι «συντεχνιακό» και δογματικώς αδιάφορο ζήτημα, δίνει στο Συμβούλιο της Επικρατείας τη δυνατότητα να αναδείξει τον διεθνή ρόλο του Δικαστηρίου και τη συμμετοχή του στον περίφημο «διάλογο» των δικαστών: όχι στον θεσμοθετημένο που οδηγεί στην επίλυση διαφορών (άρθρο 267 ΣΛΕΕ, πρωτόκολλο 16 ΕΣΔΑ), αλλά στον επιστημονικό που αποσκοπεί στην προαγωγή του δικαίου και, εμμέσως, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας. Στο πλαίσιο της επεξεργασίας του διατάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας δράττεται της ευκαιρίας για να προβάλει τη θέση του στο ευρωπαϊκό και διεθνές προσκήνιο και να αποδείξει ότι αυτή αναβαθμίζει έμπρακτα όχι μόνο το κύρος της ελληνικής διοικητικής δικαιοσύνης, αλλά και της ίδιας της Χώρας. Πράγματι, μέσω του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε υψηλού επιπέδου συνομιλητή στον παγκόσμιο νομικό διάλογο, που εκφράζει τις θέσεις του, αναλαμβάνει οργανωμένες δράσεις και εφαρμόζει κοινά αποδεκτές πρακτικές για την αντιμετώπιση κρίσιμων υπερεθνικών προβλημάτων, τα οποία απειλούν τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Στηριζόμενο στα στοιχεία που τηρεί η Επιτροπή Επικοινωνίας και Διεθνών Σχέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας [2], το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η θεσμική εξωστρέφειά του υπήρξε ιδιαίτερα έντονη τα προηγούμενα έτη και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται η ομαλή και απρόσκοπτη συνέχιση της εκπροσώπησης της Χώρας σε θεσμοθετημένα διεθνή και ευρωπαϊκά δίκτυα. Με στιβαρή τεκμηρίωση, το Δικαστήριο χαρακτηρίζει τη συμμετοχή των μελών του σε διεθνείς δικαστικές ενώσεις ως μέρος της θεσμικής αποστολής του, η οποία περιλαμβάνει την άψογη εκπροσώπηση της ελληνικής διοικητικής δικαιοσύνης και της Χώρας στο πεδίο των διεθνών σχέσεων και, μέσω αυτής, την ενίσχυση του κράτους δικαίου επ’ ωφελεία της δημοκρατίας και της Ελλάδας.
2. Η περιδιάβαση στις ιστοσελίδες των ανώτατων δικαστηρίων οδηγεί στη διαπίστωση ότι όλα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη διεθνή προβολή και την «ακτινοβολία» τους. Η ακτινοβολία, βεβαίως, ενός δικαστηρίου εντοπίζεται, κυρίως, στην επίδραση που ασκεί η νομολογία του στους ομολόγους των άλλων εθνικών έννομων τάξεων αλλά και στα υπερεθνικά δικαστήρια. Χαρακτηριστική συναφώς είναι η περίπτωση του γαλλικού Conseil d’ Etat [3], η επιρροή του οποίου οφείλεται τόσο στην ιδιαίτερη θέση του οργάνου αυτού στο πλαίσιο της γαλλικής έννομης τάξης, όσο και στη σημασία του γαλλικού διοικητικού δικαίου, το οποίο είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα του εν λόγω δικαστηρίου και αποτέλεσε βασικό προϊόν εξαγωγής του γαλλικού νομικού πολιτισμού. ΄Εκφανση της ακτινοβολίας ορισμένων δικαστηρίων είναι, λοιπόν, πρωτίστως, η αξιοποίηση της νομολογίας τους από τις δικαστικές αποφάσεις δικαστηρίων άλλων χωρών [4]. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο της Επικρατείας παραπέμπει πολύ συχνά, προς επίρρωση κάποιας ερμηνευτικής προσέγγισης που υιοθετεί, όχι μόνο στη νομολογία των υπερεθνικών δικαστηρίων την οποία, ούτως ή άλλως, υποχρεούται να ακολουθεί, αλλά και στη σχετική νομολογία άλλων ομολόγων του [5]. Για την νομολογία, ωστόσο, του ίδιου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως της ποιότητάς της, η δυνατότητα επηρεασμού περιορίζεται, λόγω γλώσσας, στα δικαστήρια της Κύπρου. Έτσι, λοιπόν, η διεθνής παρουσία του Δικαστηρίου αυτού περνά μέσα από τη συμμετοχή των μελών του σε διεθνή και ευρωπαϊκά επιστημονικά fora, η οποία είναι πολύ ουσιαστική. Η παρουσία αυτή αξίζει τόσο να προβληθεί στην πλήρη της διάσταση, όσο και να αξιοποιηθεί (και) σε θεωρητικό επίπεδο.
ΙΙ. Η επιτυχημένη διεθνής επιστημονική παρουσία
3. Το ΠΕ 58/2026 αναδεικνύει με λεπτομέρειες μια λιγότερο γνωστή δραστηριότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία περιέρχεται σε γνώση των θεωρητικών μάλλον τυχαίως –στο πλαίσιο συγκεκριμένης επιστημονικής έρευνας– και, κατά κανόνα, αποσπασματικά. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο αναλύει διεξοδικά τη συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε διεθνείς δικαστικές ενώσεις και την προαγωγή του δικαίου μέσω του επιστημονικού διαλόγου που διεξάγεται σε αυτές. Επιπλέον, με μια πρωτότυπη και στιβαρή συλλογιστική, ανάγει την οικονομική ενίσχυση των δικαστών κατά τη συμμετοχή τους σε διεθνή σεμινάρια και συνέδρια, που συνιστά μια ήσσονα, κατ’αρχήν, δικαστική δραστηριότητα χωρίς δικαιοδοτικό χαρακτήρα, σε πτυχή της ίδιας της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η τελευταία, που αποτελεί αναμφιβόλως συστατικό στοιχείο της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και ακρογωνιαίο λίθο της συνταγματικής διαρρύθμισης της δικαστικής εξουσίας, κατοχυρώνεται στα άρθρα 26 παρ. 3, 87, 88 και 89 του Συντάγματος. Εφαρμόζοντας υπόρρητα τη θεωρία περί «επαυξημένου» Συντάγματος του καθηγητή Βενιζέλου[6], το Δικαστήριο επισημαίνει ότι παράλληλη και ομόρροπη προς τη συνταγματική κατοχύρωση είναι η προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας τόσο στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ [7], όσο και στο ενωσιακό δίκαιο. Κατά την πάγια, πλέον νομολογία του ΔΕΕ, η δικαστική ανεξαρτησία αποτελεί αφενός καθοριστικής σημασίας συνιστώσα της κατά το άρθρο 2 της ΣΛΕΕ θεμελιώδους για την ένταξη και την παραμονή των κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αξίας του κράτους δικαίου [8] και αφετέρου αντικείμενο προστασίας με βάση το άρθρο 47 εδάφιο δεύτερο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας όλων των δικαιωμάτων που οι πολίτες της Ένωσης αντλούν από το ενωσιακό δίκαιο. Στη συνέχεια, εμπλουτίζει την παραδοσιακή πρόσληψη της ανεξαρτησίας των δικαστών, λειτουργικής και προσωπικής, με μια νέα διάσταση, η οποία αφορά την άσκηση δικαστικών μεν αλλά όχι δικαιοδοτικών καθηκόντων. Δέχεται ότι η διασφάλιση επαρκών υλικών πόρων από το Κράτος αποτελεί αναγκαίο όρο, πρώτον, για την ανεξαρτησία των δικαστηρίων ως θεσμικών οργάνων της δημοκρατικής και ευνομούμενης πολιτείας. Τούτο διότι οι πόροι αυτοί εγγυώνται την εκπλήρωση, με αποτελεσματικότητα και διαφάνεια, του συνταγματικού ρόλου των δικαστηρίων ως πυλώνων προστασίας των πολιτών βάσει της αρχής της νομιμότητας και αποτροπής της αυθαιρεσίας. Δεύτερον, οι πόροι αυτοί εγγυώνται και την ανεξαρτησία των δικαστών ως προσώπων, καθώς εξασφαλίζουν σε αυτούς τους υλικούς όρους που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου, καθώς και των λοιπών καθηκόντων που τους ανατίθενται στο πλαίσιο του πολύπλευρου έργου των δικαστηρίων στη σύγχρονη εποχή [9]. Από το ΠΕ 58/2026 συνάγεται ότι η διαρκής επιμόρφωση του δικαστή περιλαμβάνει, στο πλαίσιο του σύγχρονου συνταγματικού πλουραλισμού, την επαφή του με αλλοδαπές και υπερεθνικές έννομες τάξεις, η οποία πραγματοποιείται μέσω της προσωπικής συμμετοχής του σε διεθνή επιστημονικά fora, συνέδρια και σεμινάρια καθώς και της παρακολούθησης των πορισμάτων αυτών των επιστημονικών εκδηλώσεων. Η συμμετοχή αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου. Το κράτος, λοιπόν, υποχρεούται να χρηματοδοτεί αυτήν την προσπάθεια, που, στον σύγχρονο κόσμο, είναι σημαντικότερη από ποτέ και, σίγουρα, εξίσου σημαντική με τη χρηματοδότηση της βιβλιοθήκης του Δικαστηρίου ή τη χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών των στελεχών του.
4. Στη συνέχεια το Συμβούλιο της Επικρατείας προβάλλει και εξειδικεύει τον διεθνή ρόλο που του εξασφαλίζει η ιδιότητά του ως ενεργού μέλους σε κορυφαίες ευρωπαϊκές και διεθνείς ενώσεις και δίκτυα που προάγουν τον επιστημονικό διάλογο, την ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών και τη συνεργασία μεταξύ δικαστηρίων και δικαστών. Με την αναφορά των επιστημονικών ενώσεων στο κείμενο του ΠΕ 58/2026 γίνεται γνωστή, στη νομική κοινότητα εν γένει αλλά και στην ακαδημαϊκή, η επιστημονική δραστηριότητα των δικαστικών λειτουργών, η οποία, αναμφίβολα προάγει το δημόσιο δίκαιο, αν ληφθεί υπόψη και η, σε μεγάλο βαθμό, πραιτωρική του προέλευση [10]. Μεταξύ των επιστημονικών αυτών ενώσεων περιλαμβάνονται: α) η Ένωση Συμβουλίων της Επικρατείας και Ανώτατων Διοικητικών Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Association of Councils of State and Supreme Administrative Jurisdictions of the European Union – ACA Europe), β) η Διεθνής Ένωση των Ανωτάτων Διοικητικών Δικαστηρίων (Association Internationale des Hautes Juridictions Administratives – AIHJA), γ) το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικών Συμβουλίων (European Network of Councils for the Judiciary – ENCJ), δ) το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης (European Judicial Training Network – EJTN), ε) το Δίκτυο Δικαστών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Judicial Network of the European Union – JNEU) και στ) το Δίκτυο Ανώτατων Δικαστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης – Superior Courts Network (SCN). Στο πλαίσιο των δικτύων ACA Europe και AIHJA πραγματοποιούνται ανταλλαγές δικαστών, οι οποίες δίνουν στους δικαστές του Συμβουλίου της Επικρατείας την ευκαιρία να γνωρίσουν τη λειτουργία ομόλογων δικαστηρίων άλλων κρατών και να ανταλλάξουν σκέψεις, εμπειρίες και προβληματισμούς με τους αλλοδαπούς συναδέλφους προς τον σκοπό της προαγωγής της γνώσης και του – πολλαπλώς επωφελούς – δικαστικού διαλόγου. Οι ευρωπαϊκοί και διεθνείς οργανισμοί διοργανώνουν, σε τακτική βάση, σεμινάρια και συναντήσεις, με στόχο την εξοικείωση των εθνικών δικαστών με άλλα συστήματα απονομής διοικητικής δικαιοσύνης, την ανταλλαγή εμπειριών, γνώσεων και «καλών πρακτικών» και την ανάδειξη κοινά αποδεκτών προτύπων ή καινοτόμων λύσεων επί σύγχρονων θεμάτων που απασχολούν τα δικαστήρια της Ευρώπης και των άλλων ηπείρων. Τα θέματα αυτά περιλαμβάνουν τη συμβολή των ανώτατων διοικητικών δικαστηρίων στην καλή νομοθέτηση, της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση του όγκου των υποθέσεων, τον ρόλου των συνταγματικών δικαστηρίων στις νέες δημοκρατίες, τον δικαστικό έλεγχο των πράξεων των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών και την κλιματική αλλαγή. Πρόκειται για τα ζητήματα που μονοπωλούν πλέον το ενδιαφέρον της ίδιας της επιστήμης του δημοσίου δικαίου, η οποία «επανεξετάζει» τις κλασικές νομικές έννοιες και επιχειρεί να τις προσαρμόσει στα νέα πεδία δημόσιας δράσης και στις παντός είδους εξελίξεις που το δίκαιο πρέπει να ρυθμίσει.
5. Το ενδιαφέρον της εν λόγω δραστηριότητας του δικαστή είναι ότι τα παραπάνω σεμινάρια και συνέδρια διοργανώνονται στη βάση εισηγήσεων ή συμπλήρωσης σχετικού ερωτηματολογίου με ακριβείς και περιεκτικές απαντήσεις. Πρόκειται, δηλαδή, για δράσεις που απαιτούν έρευνα στη νομολογία, καταγραφή του ισχύοντος στην Ελλάδα θεσμικού πλαισίου, συγκριτική μελέτη αλλοδαπών κανονιστικών ρυθμίσεων και συλλογή στατιστικών στοιχείων. Τα δεδομένα που συλλέγονται επιτρέπουν τον εντοπισμό τόσο κοινών προβλημάτων όσο και αποκλινουσών πρακτικών μεταξύ των κρατών και αποτελούν το έναυσμα για την ανταλλαγή εμπειριών και γνώσεων σε συγκεκριμένα ζητήματα, όπου διαπιστώνεται ανάγκη υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών. Τα πορίσματα στηρίζονται στη συγκριτική ανάλυση και αξιολόγηση των απαντήσεων στα ερωτηματολόγια, είναι, δηλαδή, πλήρως τεκμηριωμένα. Είναι αυτονόητο ότι τα παραπάνω αποτελούν ανεκτίμητο υλικό και για αμιγώς επιστημονική έρευνα.
6. Ως χαρακτηριστική περίπτωση της αδιάκοπης ενίσχυσης της επικοινωνίας και συνεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας με αλλοδαπά δικαστήρια, διεθνείς οργανισμούς και δικαστικές ενώσεις, το Δικαστήριο αναφέρει την ομόφωνη ανάληψη της Προεδρίας της ACA Europe, για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 2025 έως τον Ιούνιο του 2027. Στο πλαίσιο εκάστου των 6 σεμιναρίων που διοργανώνονται κατά τη διάρκεια της διετούς θητείας αναπτύσσεται ειδικότερη πτυχή της κεντρικής θεματικής, η οποία συνοψίζεται στον ρόλο του δικαστή απέναντι στα σύγχρονα διακυβεύματα, όπως την κλιματική αλλαγή και τον υπερτουρισμό, την τεχνητή νοημοσύνη στην οργάνωση και απονομή της δικαιοσύνης, τις κοινωνικο-οικονομικές αλλαγές με άξονα τη μετανάστευση και το προσφυγικό πρόβλημα στην Ευρώπη, τη φοροαποφυγή και τη συνεργασία των κρατών για την αντιμετώπισή της, καθώς και τις νέες μορφές οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης με εισαγωγή πρακτικών που απαντώνται στον ιδιωτικό τομέα. Πρόκειται για ζητήματα τα οποία, εκτός του ότι επηρεάζουν τη διοικητική δικαιοσύνη, αποτελούν τις νέες μεγάλες προκλήσεις του ίδιου του κλάδου του διοικητικού δικαίου, δοκιμάζοντας την ανθεκτικότητα των θεμελιωδών εννοιών του και τελικά της ίδιας της αυτοδύναμης υπόστασής του [11]. Αναδεικνύουν, επίσης, την ανάγκη συνεχούς προσαρμογής και εμπλουτισμού της δογματικής [12] του κλάδου. Έτσι, το πρώτο συνέδριο της ελληνικής προεδρίας της ACA Europe που διοργανώθηκε στην Αθήνα είχε ως θέμα την κλιματική αλλαγή και τον υπερτουρισμό. Ομοίως, μεγάλο ενδιαφέρον είχε η διοργάνωση του δεύτερου συνεδρίου, στη Ρόδο, με θέμα τις νεότερες εξελίξεις στην οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της διοικητικής δικαιοσύνης, και, ειδικότερα, τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διοικητικών διαφορών και τα νέα μοντέλα οργάνωσης και λειτουργίας της Διοίκησης.
7.Τα παραδείγματα συμμετοχής μελών του Δικαστηρίου σε διεθνή επιστημονικά φόρα δικαστικής κατεύθυνσης καλύπτουν συνέδρια που έχουν διοργανωθεί την τελευταία πενταετία τόσο από τις ευρωπαϊκές δικαστικές ενώσεις όσο και από ανώτατα ή συνταγματικά δικαστήρια άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στο πλαίσιο των εκδηλώσεων αυτών ήταν η θεματική «Επαναπροσδιορίζοντας τους όρους και τα όρια του δικαστικού ελέγχου, ιδίως ως προς διαφορές ιδιαίτερα τεχνικής φύσης» («Redefining the terms and limits of judicial review, particularly in relation to disputes of a highly technical nature») [13]. Μια άλλη μορφή υπερεθνικής επιστημονικής δραστηριότητας είναι και η συμμετοχή του Συμβουλίου της Επικρατείας σε σεμινάρια που διοργανώνονται στο πλαίσιο διμερών σχέσεων, όπως η συμμετοχή στο ελληνογαλλικό σεμινάριο, υπό την προεδρία Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, με παρουσίαση εισηγήσεων και ανταλλαγή απόψεων για τα ζητήματα της συμμόρφωσης της Διοίκησης στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, των φίλτρων στην αναίρεση και της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσης έναντι σύμβασης κατά τη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης. Στο επόμενο ελληνογαλλικό σεμινάριο, στο Παρίσι, οι Έλληνες δικαστές ανέπτυξαν τα κοινού ενδιαφέροντος ζητήματα που αφορούν τη διακινδύνευση της ανεξαρτησίας των δικαστών από την αξιολόγησή τους, τα όρια του δεδικασμένου απόφασης εθνικού δικαστηρίου ύστερα από μεταγενέστερη απόφαση ευρωπαϊκού δικαστηρίου και το ήπιο δίκαιο. Στο ίδιο πνεύμα, αναφέρεται η συνδιοργάνωση, σε συνεργασία με τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Conseil d’ État και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Tours, της πρώτης ελληνογαλλικής συνάντησης διοικητικού δικαίου με παρουσίαση εισηγήσεων επί των ζητημάτων της αντιμετώπισης της πρόσφατης υγειονομικής κρίσης, της προστασίας του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής και του δικαίου των συμβάσεων. Η δεύτερη ελληνογαλλική συνάντηση είχε ως θέμα «τον διοικητικό δικαστή απέναντι στην αδράνεια της διοίκησης», ζήτημα που ταλανίζει την ελληνική απονομή δικαιοσύνης και από το οποίο ο δικονομικός νομοθέτης μπορεί να εμπνευστεί ουσιωδώς από τη γαλλική προσέγγιση.
8. Τα θέματα που έχουν συζητηθεί είτε στα συνέδρια των δικαστικών ενώσεων είτε στο πλαίσιο διμερών ανταλλαγών βρίσκονται στον πυρήνα του σύγχρονου νομικού προβληματισμού και προκαλούν τη «ζήλεια» των θεωρητικών. Στο ΠΕ 58/2026 αναφέρονται χαρακτηριστικά τρία συνέδρια της ACA Europe, τα οποία διενεργήθηκαν στη Χάγη, στο Ελσίνκι και στις Βρυξέλλες, με θέματα, αντίστοιχα: α) «Protecting Human Rights in a World of AI, Algorithms and Big Data», β) «Η συμβολή των ανωτάτων διοικητικών δικαστηρίων στην ποιότητα της νομοθεσίας» και γ) «The Need for Constant Vigilance: The Role of the Legal Professions in Maintaining Democratic Values». Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η προβληματική σε συνέδριο της A.I.H.J.A., που διεξάγεται ανά τριετία, με θέμα «Η Διοίκηση, το δημόσιο συμφέρον και ο δικαστής». Άλλες σημαντικές επιστημονικές δραστηριότητες στις οποίες εκπροσωπήθηκε το Συμβούλιο, είτε δια του Προέδρου του είτε από άλλο μέλος αυτού, ήταν το διεθνές συνέδριο για το κράτος δικαίου και τη δικαστική δεοντολογία, που διοργανώθηκε από το Εθνικό Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας, το ετήσιο forum που διοργάνωσε το SCN, στο Στρασβούργο, με θέμα «Επιχειρήσεις και Ανθρώπινα Δικαιώματα», και το τριμερές συνέδριο που διοργανώθηκε στη Ρώμη, με τη συνεργασία των Προέδρων και δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ιταλίας, του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Πορτογαλίας και του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδας, με αντικείμενο την ανταλλαγή εμπειριών και τη συγκριτική αξιολόγηση των εθνικών διαδικασιών επί του κρίσιμου για την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της δικαιοσύνης ζητήματος της συμμόρφωσης της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.
9. Το Συμβούλιο της Επικρατείας παραθέτει διεξοδικά και εξαντλητικά τις παραπάνω επιστημονικές δραστηριότητες, προκειμένου να αναδείξει ότι η ανάγκη για ίδρυση και διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας με αλλοδαπά ανώτατα δικαστήρια και ευρωπαϊκά και διεθνή δίκτυα, τα οποία διαθέτουν αδιαμφισβήτητο κύρος και ευρεία καταξίωση, είναι άμεσα συνυφασμένη με τον θεσμικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Χώρας. Οι εν λόγω δίαυλοι επικοινωνίας επιτρέπουν τη διαρκή επιστημονική επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων σε ειδικά αντικείμενα, την άμεση επαφή και την ανταλλαγή εμπειρογνωμοσύνης και τεχνογνωσίας με ομολόγους τους σε ολόκληρο τον κόσμο, την ανάλυση νομικών, κοινωνικο – οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων σε παγκόσμιο επίπεδο και την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών για την αποτελεσματική και ποιοτική άσκηση του δικαστικού έργου. Παράλληλα, τα αναδυόμενα στη σύγχρονη εποχή ζητήματα του κράτους δικαίου, τα οποία διακρίνονται για τον υπερεθνικό τους χαρακτήρα, όπως η διόγκωση του φαινομένου της διαφθοράς που υπονομεύει την οικονομική ανάπτυξη και τους δημοκρατικούς θεσμούς, η πολυπλοκότητα των ζητημάτων της τεχνητής νοημοσύνης, οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις από ελλιπή δεδομένα, οι παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων και η ψηφιακή παραπληροφόρηση, καθώς και η κλιματική αλλαγή, καθιστούν όχι απλώς αδύνατη αλλά και επικίνδυνη την απομόνωση των εθνικών θεσμικών αρχών. Αντίθετα, καθίσταται επιτακτική η ενεργός συμμετοχή τους σε έναν παγκόσμιο ανοικτό χώρο ανταλλαγής παρατηρήσεων, συντονισμού δράσεων και υιοθέτησης βέλτιστων πρακτικών μέσα από θεσμοθετημένα διεθνή και ευρωπαϊκά δίκτυα. Τα δίκτυα αυτά, όμως, συνεπάγονται ιδιαίτερα αυξημένο κόστος. Επομένως, η επαρκής και ορθολογική χρηματοδότηση από το Κράτος των δαπανών υπηρεσιακής μετακίνησης στο εξωτερικό των δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων του Συμβουλίου της Επικρατείας συνάπτεται στενά όχι μόνο με τη βελτίωση της ποιότητας και της ταχύτητας απονομής του δικαιοδοτικού έργου, αλλά και με τη συμμετοχή του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου και, κατ’ επέκταση, της Χώρας στη διεθνή δημοκρατική κοινότητα. Η χρηματοδότηση αυτή διασφαλίζει και τη δικαστική ανεξαρτησία, αφού παρέχει στους δικαστές τη δυνατότητα να ασκούν αποτελεσματικά και αντικειμενικά το έργο τους, αποκτώντας άμεση και προσωπική γνώση, αφενός, των προβλημάτων και, αφετέρου, των προσεγγίσεων των ομολόγων τους σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
10. Η κατάληξη της παραπάνω συλλογιστικής είναι ότι, κατά την αληθή έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 108 του Ν. 4270/2014 [14], η οποία είναι ερμηνευτέα σύμφωνα με τα άρθρα 26 παρ. 3, 87, 88 και 89 του Συντάγματος, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 47 εδάφιο δεύτερο του ΧΘΔΕΕ, η ποσοτική αποτίμηση των πραγματικών δαπανών μετάβασης στο εξωτερικό για υπηρεσιακούς λόγους δεν αποτελεί ειδικότερο ζήτημα, ούτε ζήτημα λεπτομερειακού ή τεχνικού χαρακτήρα, ώστε να μπορεί να ρυθμιστεί με την έκδοση υπουργικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, αλλά συνιστά ζήτημα ουσιώδες για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της ελληνικής διοικητικής δικαιοσύνης, η ρύθμιση του οποίου επιτρέπεται να γίνει είτε με νόμο είτε, κατ’ εξουσιοδότησή του, με προεδρικό διάταγμα. Επιπλέον, το Δικαστήριο υποδεικνύει στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση τα κριτήρια (που, κατά πάγια νομολογία, καθιστούν τη νομοθετική εξουσιοδότηση ορισμένη [15]), τα οποία προδιαγράφουν το περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης, εν προκειμένω της ποσοτικής αποτίμησης των δαπανών. Πρόκειται για: α) τη συνταγματική αποστολή των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Xώρας, β) τη δικαστική ανεξαρτησία που κατοχυρώνεται τόσο σε συνταγματικό όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και επιβάλλει, μεταξύ των άλλων, τη διασφάλιση επαρκών πόρων προς εκπλήρωση των σκοπών της δικαιοσύνης, γ) τις σύγχρονες εξελίξεις της αρχής του κράτους δικαίου που αποτελεί συστατικό στοιχείο των διεθνών σχέσεων των χωρών και απαιτούν την ενεργό συμμετοχή των Ανωτάτων Δικαστηρίων στα συνέδρια και τις συναντήσεις που πραγματοποιούνται σε πολλές χώρες εντός και εκτός Ευρώπης [16]. Πάντως, σε πληθώρα άλλων περιπτώσεων, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι θέματα σχετικά µε την οργάνωση και την άσκηση ατοµικού δικαιώµατος µπορούν να ρυθµισθούν ειδικότερα και µε υπουργική απόφαση, εφόσον η ουσιαστική ρύθµιση του θέµατος διαγράφεται, έστω σε γενικές γραµµές, στην εξουσιοδοτική ή σε άλλη διάταξη [17]. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο είναι πολύ αυστηρό και δίνει διεξοδικές οδηγίες για τη τη μορφή και το περιεχόμενο της κανονιστικής ρύθμισης.
ΙΙΙ. Οι συνέπειες της διεθνούς παρουσίας για την εγχώρια νομολογία
11. Αν, παραφράζοντας τον μέγιστο Γερμανό Συνταγματολόγο Peter Huber [18], κάνουμε λόγο για « Splendeurs etmisères » du Conseil d’Etat, θα λέγαμε ότι η λάμψη και το κύρος που προσδίδει στο Συμβούλιο της Επικρατείας η σοβαρή και ουσιαστική διεθνής παρουσία του, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ΠΕ 58/2026, ενδέχεται να σκιάζεται, ενίοτε, από την έντονη κριτική που αντιμετωπίζει ο θεσμός στο εσωτερικό της χώρας, λόγω, ιδίως, του πολιτικού ενδιαφέροντος πολλών από τις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται το Δικαστήριο ή εξαιτίας της εμμονής του σε αυστηρές και άκαμπτες ερμηνείες των δικονομικών διατάξεων [19]. Επιπλέον, λόγω τυπολατρικής προσέγγισης δικονομικών προϋποθέσεων, πολλές αποφάσεις του ΕΔΔΑ έχουν προσφάτως καταδικάσει την Ελλάδα. Χαρακτηριστικές συναφώς είναι οι αποφάσεις Τσιώλης [20], Αραβαντινός [21], Βαβουλάς [22] και Ζουμπουλίδης [23]. Θα ήταν, λοιπόν, ενδιαφέρον να διερευνήσει κανείς τα αποτελέσματα της ευρείας διεθνούς παρουσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην αμιγώς δικαιοδοτική του λειτουργία, δηλαδή τις συνέπειες στη νομολογία του, την υιοθέτηση νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων, τον εκσυγχρονισμό αντιλήψεων, την υποβολή περισσότερων προδικαστικών ερωτημάτων.
12. Ένα πρώτο θετικό σημείο είναι, αναμφίβολα, οι υποθέσεις επί των οποίων υποβλήθηκαν προδικαστικά ερωτήματα, κατά κανόνα του Δ΄ Τμήματος. Εύστοχα επισημάνθηκε ότι στην πλειονότητα αυτών υπάρχει μια κοινή συνιστώσα (δηλαδή συγκεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί) που πιθανόν να έδωσε την ώθηση στον συγκεκριμένο σχηματισμό για τη διατύπωσή τους [24]. Δεύτερο θετικό βήμα αποτελούν οι προσπάθειες συμβιβασμού με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, ο συμβιβασμός με την απόφαση Τσιώλης κατά Ελλάδος που επιχειρεί η πρόσφατη απόφαση ΣτΕ 1012/2026 του Α΄ Τμήματος, ακόμη και αν δεν αποτελεί ουσιώδη ανατροπή της νομολογίας, θέτει όρια στην άκαμπτη εφαρμογή της προϋπόθεσης του παραδεκτού [25]. Επίσης, μετά την καταδίκη της Ελλάδας, με την απόφαση Βαβουλάς κατά Ελλάδας, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, με την απόφαση ΣτΕ 562/2026, ότι ο διάδικος πρέπει να ενημερώνεται από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου για το γεγονός της περιέλευσης της δικογραφίας από το κατώτερο διοικητικό δικαστήριο στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η μηνιαία προθεσμία συμπλήρωσης του παραβόλου εκκινεί από την επομένη της ενημέρωσης αυτής, χωρίς να ασκεί επιρροή ο χρόνος επίδοσης στον αιτούντα της παραπεμπτικής απόφασης. Σε ένα διαφορετικό πεδίο, αυτό της ευθύνης του Δημοσίου για πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας, η απόφαση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας κατέληξε στη διαπίστωση νέας παραβίασης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του ήδη γνωστού στο ΕΔΔΑ από παλαιότερη υπόθεση του ιδίου διαδίκου [26], υπό διαφορετικό, πλέον, πρίσμα. Το ΕΔΔΑ κλήθηκε να αποφασίσει αν όντως ο αιτών στερήθηκε του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο λόγω της νομολογιακής μεταστροφής που επήλθε με την απόφαση ΣτΕ Ολ 800/2021, στο ζήτημα της ευθύνης του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας, η οποία είχε αναγνωρισθεί πανηγυρικά με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014. Το γεγονός ότι, αφενός, ανετράπη το νομολογιακό προηγούμενο που καθιέρωσε η απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014 και, αφετέρου, εφαρμόστηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, αλλά δεν ελήφθη υπόψη από το ΣτΕ κατά την αναιρετική διαδικασία περιόρισε το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ερμηνεία του Συμβουλίου της Επικρατεία είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκηθεί ad infinitum δικαστικός έλεγχος στην αγωγή του προσφεύγοντος. Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1279/2026, που εκδόθηκε επί της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας κατά το άρθρο 69Α του ΠΔ 18/1989, η Ολομέλεια έκρινε ότι πρέπει να εξαφανισθεί η απόφαση ΣτΕ Ολ 800/2021 και να εκδικασθεί εκ νέου η αίτηση αναίρεσης, την οποία, πάντως, απέρριψε, δεχόμενη ότι δεν συντρέχει πρόδηλο σφάλμα της απόφασης ΑΠ 1143/2001 για τη θεμελίωση της ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Mε άλλα λόγια, η υπόθεση του αναιρεσείοντος κρίθηκε με βάση την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 105 του ΕισΝΑΚ, καθώς και τη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων που δέχθηκε το Δικαστήριο στη ΣτΕ Ολ 1501/2014, την ερμηνεία δηλαδή των ως άνω διατάξεων και τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων πριν από τη μεταστροφή της νομολογίας με τη ΣτΕ Ολ 800/2021, η οποία (μεταστροφή) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι απέκλειε την πρόσβαση του αναιρεσείοντος σε δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
13. Ανεξαρτήτως του αν τα παραπάνω θετικά βήματα οφείλονται στη διεθνή παρουσία του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό την έννοια που αυτή αναλύεται στο ΠΕ 58/2026, είναι βέβαιο ότι το Δικαστήριο προσπαθεί να εναρμονίσει τη νομολογία του προς τις επιταγές του κράτους δικαίου και τις υποχρεώσεις προς τις υπερεθνικές έννομες τάξεις οι οποίες συγκαθορίζουν τις πηγές του δημόσιου δικαίου.
[1] Τροποποίηση του ΠΔ 194/2002 (Α΄ 178), με αντικείμενο τη ρύθμιση οικονομικών και διαχειριστικών θεμάτων για τη λειτουργία των δύο ανώτατων δικαστηρίων της χώρας μέσω της σύστασης πάγιας προκαταβολής.
[2] Βλ. άρθρο 32 παρ. 1 περ. γ΄ του Κανονισμού Λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την 24/2024 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σε Ολομέλεια και Συμβούλιο, ΦΕΚ Β΄ 7157/30.12.2024.
[3] Y. Gaudemet, L’exportation du droit administratif français. Brèves remarques en forme de paradoxe, Mél. Ph. Ardant, L.G.D.J., 1999, σ. 431· J.-M. Sauvé, «L’influence par le droit», discours prononcé à l’occasion de la XXIIème conférence des ambassadeurs» (28 août 2014).
[4] A. Bretonneau/S. Dahan/D. Fairgrieve, L’influence grandissante du droit comparé au Conseil d’État : vers une procédure juridictionnelle innovante ?) – RFDA 4/2015, σ. 855. Είναι προφανές ότι επιρροή ασκούν κυρίως τα ανώτατα δικαστήρια των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (κυρίως Γαλλίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, εν μέρει Ιταλίας και Ισπανίας) και των Hνωμένων Πολιτειών, τόσο λόγω της ιστορικής παράδοσης των οικείων νομικών συστημάτων όσο και λόγω της ευρείας πρόσβασης στη σχετική νομολογία που διασφαλίζει η γλώσσα του οικείου κράτους μέλους.
[5] Βλ. www.prevedourou.gr, Η αυξανόμενη επιρροή του συγκριτικού δικαίου στο Conseil d’Etat: προς μια καινοτόμο δικαιοδοτική διαδικασία; (L’influence grandissante du droit comparé au Conseil d’État : vers une procédurejuridictionnelle innovante ?) – A. Bretonneau/S. Dahan/D. Fairgrieve, RFDA 4/2015, σ. 855)· Η. Κουβαράς, Το συγκριτικό δίκαιο στη νομολογία του ΣτΕ, ΕφημΔΔ 6/2025, σ. 699.
[6] E. Βενιζέλος, “Η μετεξέλιξη της έννοιας του Συντάγματος – Το “επαυξημένο” Σύνταγμα”, ΕφημΔΔ 6/2023, σ. 602.
[7] H οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) και μεταγλωττίστηκε – αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του π.δ. 76/2022 (Α΄ 205).
[8] ΔΕΕ απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C-64/16, σκέψεις 30 επ., απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Carlos Escribano Vindel κατά Ministerio de Justicia, C-216/18, σκέψη 48, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2019, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Πολωνίας, C-192/18, σκ. 56-58.
[9] Γίνεται συναφώς παραπομπή στην έκθεση 2015-2016 του Ευρωπαϊκού Δικτύου Συμβουλίων Δικαιοσύνης (ENCJ), στη Γνώμη αρ. 2 (2001) του Συμβουλευτικού Συμβουλίου Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE), στη Διακήρυξη του Δικτύου των Προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων της Ε.Ε. για τη Χρηματοοικονομική Αυτονομία (2018), στα Κριτήρια ελέγχου για το κράτος δικαίου, όπως υιοθετήθηκαν στην 106η Σύνοδο της Ολομέλειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου (ευρύτερα γνωστή ως Επιτροπή της Βενετίας) του Μαρτίου 2016 και στο Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Ιουνίου 2025 σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής του 2024 για το κράτος δικαίου.
[10] Ε. Πρεβεδούρου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, 2026, σ. 9, με πλούσιες βιβλιογραφικές παραπομπές. Το ίδιο το Συµβούλιο της Επικρατείας τονίζει ότι «η … διαµόρφωση των γενικών αρχών και κανόνων του ουσιαστικού και δικονοµικού διοικητικού δικαίου υπήρξε προϊόν [δικής του] νοµολογιακής επεξεργασίας» και ότι «η δικονοµία του ρυθµιζόταν παγίως µε ειδικά νοµοθετήµατα, περιορισµένης εκτάσεως, συµπληρωνόταν δε µε παραδοχές µιάς ευέλικτης νοµολογίας» (ΣτΕ Ολ 2192/2014, Ολ 4741/2014, Ολ 2287/2015, Ολ 431/2018, Ολ 1528, 1529/2023). Επίσης, το Συµβούλιο της Επικρατείας διατύπωσε τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, εµπνεόµενο από τις σχετικές διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ Ολ 2176, 2177/2004).
[11] Ε. Πρεβεδούρου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, ό.π., σ. 13 επ.
[12] Κατά τον ορισμό του Απ. Γεωργιάδη, Εισαγωγή στη νομική επιστήμη, 2020, σ. 239, νομική δογματική είναι η «τεκμηριωμένη διδασκαλία σχετικά με το περιεχόμενο και τον εσωτερικό συσχετισμό των νομικών κανόνων που ισχύουν σε ορισμένο τόπο και χρόνο».
[13] Συμμετοχή του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και δύο Παρέδρων σε σεμινάριο που διοργανώθηκε στη Λειψία, στις 2 Φεβρουαρίου 2026, από το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας (Bundesverwaltungsgericht) με παρέμβαση και υποβολή ερωτήσεων εκ μέρους της ελληνικής αντιπροσωπείας επί της θεματικής «Οι βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές – όροι και εφαρμογή» (The “best available techniques” – term and application).
[14] “Για την άμεση αντιμετώπιση δαπανών, η πληρωμή των οποίων λόγω της φύσης τους δεν μπορεί να αναβληθεί μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας δικαιολόγησης αυτών, επιτρέπεται η σύσταση στις δημόσιες υπηρεσίες, πολιτικές και στρατιωτικές, πάγιων προκαταβολών χρηματικού με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, με αιτιολογημένη εισήγηση της αρμόδιας Υ.Δ.Ε.”.
[15] Η νοµοθετική εξουσιοδότηση είναι ορισµένη όταν υπάρχουν επαρκή κριτήρια, γενικές αρχές, διδάγµατα της κοινής πείρας και κατευθύνσεις που καθορίζουν κατά βάση το πλαίσιο της ρύθµισης των θεµάτων που αφορά (ΣτΕ 2574/2009, 4044/2008).
[16] Οι διατάξεις του άρθρου 1 του σχεδίου δεν προτείνονται νομίμως κατά το μέρος που προβλέπουν την επέκταση του σκοπού της πάγιας προκαταβολής του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις πληρωμές των οδοιπορικών εξόδων για την υπηρεσιακή μετακίνηση των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων, εφόσον το παρόν σχέδιο, κατά το μέρος αυτό, κείται εκτός της εξουσιοδοτικής διάταξης.
[17] ΣτΕ Ολ 1804/2017 ΣτΕ 780/2014, 2059, 1634/2009, 3976/2000 7µ., 2272/2000 7µ., καθώς επίσης και 2396/2007 7µ.
[18] Peter Huber, Μεγαλεία και δυστυχίες του συνταγματικού δικαίου [Vom Glanz und Elend des Verfassungsrechts], ΕφημΔΔ 6/2025, σ. 635 (μετάφραση Ν. Σημαντήρα/Β. Νάιντου).
[19] Εντελώς ενδεικτικά: α) ο αριθμός των σελίδων των δικογράφων [ΣτΕ 627/2025]· β) η ανελαστική εφαρμογή των διατάξεων για τη δικαστική πληρεξουσιότητα [ΣτΕ 64/2026: η δικαστική πληρεξουσιότητα για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή μέσου πρέπει να προσκομίζεται, επί ποινή απαραδέκτου, το αργότερο δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο, η οποία ορίζεται με την πράξη του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού που εκδίδεται κατά το άρθρο 20 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 5119/2024. Βλ. και ΣτΕ 410/2025: Οι περί πληρεξουσιότητας ρυθμίσεις είναι πράγματι αυστηρότερες από τις προϊσχύσασες διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, οι οποίες παρείχαν δυνατότητα νομιμοποίησης των πληρεξουσίων δικηγόρων έως τη συζήτηση στο ακροατήριο ή και μετά από αυτήν, με χορήγηση σχετικής προθεσμίας από το Δικαστήριο. Όπως όμως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 5119/2024 επί του άρθρου 12 αυτού, η θέσπιση των νέων ρυθμίσεων υπαγορεύθηκε από λόγους γενικού συμφέροντος, αναγόμενους στην εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης, και ειδικότερα από την ανάγκη αποτροπής της «[αλόγιστης χρήσης] ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, διότι πολλές φορές οι δικαστές προετοιμάζουν τις υποθέσεις και τελικά τα ένδικα βοηθήματα και μέσα απορρίπτονται ως ανομιμοποίητα και επιβαρύνονται οι διάδικοι με τη δικαστική δαπάνη, καθώς οι διάδικοι δεν χορηγούν πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο»]· γ) οι συνέπειες της μη τήρησης της προθεσμίας επίδοσης των δικογράφων [ΣτΕ Ολ 964/2026: εκπρόθεσμη προσκόμιση των αποδεικτικών επίδοσης δεν συνιστά νόμιμο λόγο για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 Α παρ. 3 του π.δ. 18/1989]· δ) η συσταλτική ή διασταλτική ερμηνεία του έννομου συμφέροντος [ΣτΕ Ολ 1639-1640/2024. Βλ. Δ. Σαρμά, Το έννομο συμφέρον των δικηγορικών συλλόγων στην ακυρωτική δίκη του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό το πρίσμα του Συντάγματος και του νόμου, ΕφημΔΔ 2/2026, σ. 182 επ.].
[20] ΕΔΔΑ της 9.11.2024, Τσιώλης κατά Ελλάδας (51774/17). Η απόφαση Τσιώλης σχολιάσθηκε ευρέως στη θεωρία. Προκάλεσε, μάλιστα, έναν ουσιαστικό επιστημονικό διάλογο μεταξύ του Προέδρου του ΣτΕ και της καθηγήτριας Π. Μουζουράκη (Η απόφαση του ΕΔΔΑ της 9.11.2024, Τσιώλης κατά Ελλάδας, ο διάλογος με το Συμβούλιο της Επικρατείας και οι – αβέβαιες ακόμη – συνέπειές της για το μέλλον του φίλτρου της αναίρεσης του ν. 3900/2010, ΕφημΔΔ 6/2025, σ. 679), η οποία απαντά στις διαβεβαιώσεις του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ευχερούς και ελεύθερης πρόσβασης στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, όπως οι διαβεβαιώσεις αυτές αποτυπώνονται στην επιστημονική μελέτη Μ. Πικραμένος, Όψεις της επίδρασης της νομολογίας του ΕΔΔΑ στην οργάνωση και τη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε www.constitutionalism.gr, κάτι που σπάνια απαντάται στην ελληνική βιβλιογραφία και θυμίζει κόσμιες αλλά δυναμικές και ουσιαστικές αντιπαραθέσεις σε άλλες έννομες τάξεις (Chenot–Rivero [Bλ. τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό των εκπροσώπων της πανεπιστημιακής θεωρίας ως faiseurs de systèmes από τον B. Chenot, La notion de service public dans la jurisprudence économique du Conseil d’Etat, EDCE, 1950, σ. 77, υμνητή του νομικού εμπειρισμού που πρέπει να χαρακτηρίζει τον διοικητικό δικαστή. Εξαιρετικά εύστοχη απάντηση, απολύτως κομψή αλλά και κατηγορηματική, του ασύγκριτου J. Rivero, στο άρθρο του Apologie pour les “faiseurs des systèmes”, D., 1951, Chronique, σ. 99], Linotte–Rials [Βλ. την αντιπαράθεση για την έννοια της νομολογιακής και της δικαιοπλαστικής εξουσίας του δικαστή, μεταξύ D. Linotte, Déclin du pouvoir jurisprudentiel et ascension du pouvoir juridictionnel en droit administratif, AJDA, 1980, σ. 635 και St. Rials, “Sur une distinction contestable et untrop réel déclin. A propos d’un récent article sur le pouvoir normatif du juge”, AJDA 1981, σ. 115· Linotte/Rials, “Conclusion d’une controverse”, AJDA 1981, σ. 202]).
[21] ΕΔΔΑ της 5.5.2026, Αραβαντινός κατά Ελλάδας (3922/19).
[22] ΕΔΔΑ της 8.7.2025, Βαβουλάς κατά Ελλάδας (27916/19).
[23] ΕΔΔΑ της 4.6.2024, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (57246/21).
[24] Βλ. γενικά για τον μικρό αριθμό προδικαστικών παραπομπών από τα ελληνικά δικαστήρια Β. Σκουρή, Η συνεργασία των διοικητικών δικαστηρίων με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα χρόνια της ευρωπαϊκής μας πορείας, ΕφημΔΔ 1/2022, σ. 82 (85 επ.), ο οποίος επισημαίνει και εξηγεί την προεξάρχουσα θέση του ΣτΕ στο σύνολο των παραπομπών· Β. Χατζηγιαννάκης, H υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ και η εσωστρέφεια των εθνικών δικαστηρίων: τάση δικαστικoύ «Grexit»; Nomarchia, Μαρ 20, 2026. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποστολή προδικαστικών ερωτημάτων από το Ειδικό Δικαστήριο αγωγών κακοδικίας, με την απόφαση 11/2025.
[25] Κ. Γιαννακόπουλος, editorial, Nomarchia, Σεπτέμβριος 4 2026. Βλ. σκέψη 17 της απόφασης ΣτΕ 1012/2026: με την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 αντίκεινται προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, in abstracto, αλλά ότι ο τρόπος που εφαρμόστηκαν στην συγκεκριμένη απόφαση (in concretο) παραβίασε την πιο πάνω διάταξη της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, στην παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ συνήργησαν, λειτουργώντας συνδυαστικώς, η στενή ερμηνευτική προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς την έννοια της αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία (η οποία είχε ως συνέπεια να μην θεωρηθούν ως αντίθετες προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συναφείς προς τα τιθέμενα ζητήματα αποφάσεις του ΕΔΔΑ), η περιορισμένη, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης, πρόσβαση του κοινού στη νομολογιακή βάση δεδομένων του Δικαστηρίου τούτου (πρόσβαση η οποία θα επέτρεπε στον διάδικο να ερευνήσει επαρκώς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και να ανεύρει, ενδεχομένως, αποφάσεις του που ενέπιπταν στην πιο πάνω στενώς ερμηνευόμενη έννοια της «αντίθεσης») και η παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει τον ισχυρισμό περί έλλειψης νομολογίας ως προς τα τεθέντα με τους λόγους αναίρεσης νομικά ζητήματα.
[26] ΕΔΔΑ της 14.12. 2006, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας.